Γραμμή βίντεο

Loading...

Παρασκευή, 25 Μαΐου 2012

Ποιο μέλλον ανήκει στα παιδιά;

"Υπάρχει πάντα στην παιδική μας ηλικία μια στιγμή που ανοίγει μια πόρτα και μπαίνει το μέλλον"

Καιρό τώρα, και ιδίως τούτες τις μέρες, νιώθω την ανάγκη και το χρέος να αφιερώσω λίγες σκέψεις και γραμμές στους αφανείς ήρωες της ζωής, τους μαθητές μου.
Τούτες τις μέρες, στο ξέβγαλμα της άνοιξης μιας δύσκολης πολιτικά και οικονομικά χρονιάς, δίνουν την ύστατη σχολική τους μάχη, για να κατοχυρώσουν, όπως φαντάζονται, μια θέση  με παράθυρο στο μέλλον. Ταυτόχρονα, σηματοδοτείται  και η έξοδος από την εφηβική ηλικία και η ορμητική είσοδος στην ενήλικη ζωή. Η αγωνία διπλή και το διακύβευμα μεγάλο, όπως φαίνεται.
Νιώθω, λοιπόν, την ανάγκη να τα καθησυχάσω και να ξεσκεπάσω το μέλλον από τη θεατρική μάσκα του μοιραίου που φοράει.
Τα παιδιά αυτά, όπως και χιλιάδες παιδιά πριν από αυτά, έθεσαν ένα στόχο- δικό τους ή άλλων είναι κάτι που αρχικά μένει απροσδιόριστο- και η ανάγκη για επιτυχία είναι επιτακτική, ιδίως μέσα στις συγκυρίες που βιώνουμε. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, ο κοινωνικός περίγυρος, οι γονείς, μια μεγαλόσχημη κρίση καθιστούν σχεδόν αδύνατη αυτή την αποσαφήνιση. Ποιος ξέρει με βεβαιότητα να πει αν η επιλογή του είναι προϊόν αβίαστης κι ελεύθερης σκέψης; Έτσι ο δήθεν στόχος γίνεται ιδιαίτερα ασαφής και απροσδιόριστος και άρα δύσκολος να επιτευχθεί. Πώς να πάρει κανείς αζιμούθιο στον καταστατικό χάρτη της ζωής του, όταν δεν ξέρει πού πατά και πού βρίσκεται;
Πολύ συχνά, κι εγώ η ίδια, βρέθηκα στη μαθητική και φοιτητική μου ζωή σ` ένα ψυχολογικό αδιέξοδο επιλογών. Όλοι περίμεναν από μένα κάτι- κι εγώ από τον εαυτό μου- αλλά αυτό το κάτι μεταβαλλόταν όπως αλλάζει το χρώμα της θάλασσας, όταν περνούν τα σύννεφα. Δυστυχώς, η μεταπολεμική γενιά που είδε την ανώτατη εκπαίδευση ως λύση, διέξοδο από τη φτώχεια και τη μιζέρια, σιγά σιγά από λάβαρο μιας περισσότερο υλιστικής παρά πνευματικής ελευθερίας, έγινε όργανο βασανισμού. Το βασικότερο ατόπημα είναι ότι η σύγχρονη κοινωνία δεν αναπροσαρμόζει τη θέση της απέναντι στα πράγματα. Εξακολουθεί εσφαλμένα να συγχέει την προσωπική καταξίωση με την κοινωνική και τις δύο μαζί με τις σπουδές και το χρήμα. Όμως αυτά δεν συνδυάζονται αναγκαστικά. Οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες μεταβάλλονται, οπότε αποκλείεται οι ανάγκες και οι επιλογές να μένουν ίδιες. Για παράδειγμα, εδώ και τουλάχιστον είκοσι χρόνια το θέμα των κορεσμένων επαγγελμάτων βρίσκεται σε πρώτο πλάνο. Ο καθένας από μας γνωρίζει ότι κάποιοι επαγγελματικοί τίτλοι είναι τόσο χρήσιμοι και σημαντικοί όσο- ας μου επιτραπεί- ο σφουγγοκωλάριος του βασιλιά! Παρ` όλα αυτά, το τρίπτυχο γιατρός- δικηγόρος- δάσκαλος είναι ένας διαρκής πόθος.
Απ` την άλλη πλευρά εξακολουθούν να υπάρχουν κοινωνικά ταμπού προς ολόκληρες κατηγορίες επαγγελμάτων, τα οποία, ωστόσο, έχουν μεγαλύτερη απορρόφηση αφ` ενός και αφ` ετέρου είναι εξίσου χρήσιμα με τα υπόλοιπα. Όμως, όταν ένας μαθητής βρίσκεται προ των πυλών τις σταδιοδρομίας του οι ανώτατες σπουδές μοιάζουν μονόδρομος, ασχέτως του αν ο μαθητής είναι πρόθυμος ή και ικανός να τις ακολουθήσει. Παραμένει ζοφερή η διαπίστωση ότι πολλοί γονείς προσπαθούν να καταξιωθούν κοινωνικά ως τέτοιοι ή να εκπληρώσουν τα δικά τους ανεκπλήρωτα όνειρα μέσω των παιδιών τους. Στις περιπτώσεις αυτές τα παιδιά βιώνουν μια εσωτερική σύγκρουση που απορρέει από τη διαφορετική τους επιθυμία και το αίσθημα χρέους προς τους γονείς, οι οποίοι "πληρώνουν τόσα χρήματα" θεωρώντας ότι με τον τρόπο αυτό εξαγοράζουν το δικαίωμα  επιβολής ενός  μέλλοντος επί των παιδιών.
Πολλές φορές, στα δέκα κοντά χρόνια που διδάσκω, αντιμετώπισα αυτό το δράμα΄ τα παιδιά να αγωνιούν για την εκπλήρωση των στόχων που δεν είναι δικοί τους και που καμιά φορά είναι πάνω από τα μέτρα τους. Κι όταν ρωτάω "εσύ τι θέλεις;" σκυθρωπιάζουν, σαν να αποκάλυψε κάποιος βίαια το κρυμμένο μυστικό τους. Τη στιγμή εκείνη αισθάνομαι ότι όλοι εμείς- γονείς και εκπαιδευτικοί- συμπράττουμε στο μεγαλύτερο έγκλημα, τον πνευματικό ευνουχισμό αυτού που ανερυθρίαστα αποκαλούμε "το μέλλον".
Γιατί και πώς καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι μπορούμε να επεμβαίνουμε και να αποφασίζουμε για τις ζωές των άλλων σαν να ήταν οι δικές μας; επειδή δήθεν έχουμε μεγαλύτερη πείρα; και πώς την αποκομίσαμε; ήταν προϊόν ελευθερίας ή καταναγκασμού. Κι αν η πείρα μας είναι αποτελεσματική για την αποφυγή λαθών στο μέλλον, ποιος μας προεξοφλεί ή μας διαβεβαιώνει ότι αυτό που είναι σωστό ή λανθασμένο για μας είναι το ίδιο και για τους άλλους; πώς αποκτήσαμε το δικαίωμα να κάνουμε τους ανθρώπους γύρω μας δυστυχισμένους; και φυσικά είναι εντελώς υποκριτικό να αναρωτηθούμε εκ των υστέρων γιατί αυτή η γενιά δεν μπορεί να πάρει ορθές αποφάσεις για τον εαυτό της (κι αυτό το "ορθό" στα δικά μας τα μέτρα κομμένο).
Έπειτα ωθούμε τα παιδιά να συμμετέχουν σ` αυτές τις πνευματοβόρες εξετάσεις, οι οποίες λειτουργούν εξίσου καταπιεστικά και ευνουχιστικά, αφού δεν επιτρέπουν στην ουσία τους την ανάπτυξη του πνεύματος και του ταλέντου. Α! πόσο ντρέπομαι κάθε φορά που κάποιος μαθητής μου με ρωτάει αν μπορεί να πει τη γνώμη του στην έκθεση κι αν θα του την πάρουν- αυτοί οι πάπες της εκπαίδευσης- λάθος.


Η ύλη είναι σαφής, το σύστημα ανελαστικό και ανταγωνιστικό. Πόσα μόρια; τι θα πέσει; ποιοι οι συντελεστές βαρύτητας; θα ανέβουν οι βάσεις; θα πέσουν; αυτό δεν είναι παιδεία, είναι το χρηματιστήριο αν- αξιών. 
Φανταστείτε αυτό: Ένα παιδί δίνει εξετάσεις με αυτό το σύστημα, επιλέγοντας μια κατεύθυνση που ήταν η πιο εύκολη σε σχέση με τις άλλες (το λιγότερο κακό), για να μπει σε μια σχολή που του είπαν ότι είναι καλύτερη (αλλά μπορεί και να μην του αρέσει) ή τον πίεσαν να τη διαλέξει (γιατί έχει αποκατάσταση ή στρωμένη δουλειά ή είναι κοινωνικά καταξιωμένη), για την οποία μπορεί όμως να μην έχει την κλίση (αλλά τι θα κάνει; θα την τελειώσει) ενώ μέσα του κρύβεται ένα μεγάλο ταλέντο (αλλά το ταλέντο δεν σου δίνει να φας). 
Έτσι, με απλή λογική, "φτιάξαμε" έναν καινούριο άνθρωπο, έτοιμο να βγει στην κοινωνία και την αγορά εργασίας.. έτοιμο; πώς έτοιμο; 
"Και κοίτα μη δε γράψεις καλά... τι θα πουν οι γείτονες; η ξαδέρφη σου πέρασε πρώτη στη Νομική!  Τι θα πει " δεν σ` αρέσει"; Πλήρωνα τόσα χρόνια για να μου γίνεις γυμναστής;" 
Αλήθεια, μπαμπά και μαμά, εσύ θυμάσαι πώς ήταν όταν έδινες εξετάσεις; ή μήπως δεν έχεις δώσει καν; Θυμάσαι μήπως πώς ήταν να σε συγκρίνουν με τα παιδιά όλου του κόσμου; κι αναρωτήθηκες τώρα τελευταία αν είσαι ευτυχισμένος με τις επιλογές σου; χμμμ....
Για να φτιάξουμε παιδιά δημιουργικά και ευτυχισμένα, πρέπει να τα αφήσουμε ελεύθερα. Ακόμα κι αν η επιλογή τους είναι λανθασμένη, έχουν όλο το χρόνο μπροστά τους να την εγκαταλείψουν και να κάνουν μία καινούρια. Γιατί θα πρέπει να ανταποκρίνονται στο πλάνο που οι μεγάλοι τους προσδιορίζουμε; -Θα γράψεις, να περάσεις, να σπουδάσεις, να βρεις μια καλή δουλειά, στο δημόσιο κατά προτίμηση, θα κάνεις οικογένεια, θα βγει στη σύνταξη...   
Κι αν τύχει ένας νέος στα 25 ή στα 35 να θέλει να κάνει μια στροφή στη ζωή του, του λένε συχνά: "Τώρα; στα 25/35; τώρα είσαι μεγάλος πια..." Το πλάνο δεν προέβλεπε εναλλακτικές πορείες... κι ας έχεις άλλα 50 χρόνια μπροστά σου... είσαι πια μεγάλος...
Είναι απάνθρωπο να εγκλωβίζουμε ένα πνεύμα διά βίου, επιλέγοντας οι ίδιοι τα όρια που θα κινηθεί. Στα δέκα αυτά χρόνια που δουλεύω, μόνο μία φορά άκουσα γονέα να λέει "αφού αυτό θέλει το παιδί μου, αυτό να κάνει... κι αν αλλάξει γνώμη, ας το παρατήσει κι ας κάνει κάτι άλλο... είναι μόνο 17...".
Κάτι τελευταίο: Ανάμεσα σ` αυτά τα παιδιά υπάρχουν και κάποια που αντιμετωπίζουν ακόμα μεγαλύτερα προβλήματα, διανοητικά, ψυχολογικά ή μαθησιακά, η ένταση των οποίων ποικίλει. Ζούμε στον 21ο αιώνα και παρ` όλα αυτά πολύ συχνά έρχομαι αντιμέτωπη με τον παραλογισμό και την άρνηση πολλών γονιών να δουν τα προβλήματα αυτά και να βοηθήσουν επί της ουσίας τα παιδιά τους με τη δική μας επικουρία. Αντ` αυτού, επιλέγουν να συμπεριφερθούν σαν να μην υπάρχει κάποιο πρόβλημα και σαν να μπορεί το παιδί να αντεπεξέλθει σε ένα ήδη παρανοϊκό σύστημα. Ή και το αντίθετο: επειδή αντιμετωπίζει κάποιο μαθησιακό πρόβλημα να πιστεύουν ότι είναι ανίκανο και δεν έχει μέλλον. Φυσικά, και οι δύο τάσεις είναι "εγκληματικές" και υπονομεύουν την ανάπτυξη και τη χειραφέτησή τους. Είναι πράγματι δύσκολο σε πολλές περιπτώσεις να αντιμετωπίσεις κάποια πολύ σοβαρά προβλήματα, είναι και ρεαλιστικές δυσκολίες στη μέση, είναι και ο κοινωνικός στιγματισμός ή ο φόβος του, που ακόμα κατατρύχει την ελληνική κοινωνία, όμως εδώ μιλάμε για τα παιδιά μας τα ίδια. Δεν μπορώ να φανταστώ κάτι χειρότερο από το να υπονομεύεις το μέλλον ενός παιδιού, με μαθησιακή δυσκολία, π.χ., επειδή θέτεις ως προτεραιότητα την αποφυγή του κοινωνικού ελέγχου. Σε πολλά από αυτά τα παιδιά που έχω γνωρίσει και διδάξει κατά καιρούς έχω δει να συμβαίνουν μικρά θαύματα. Μόλις γίνει η κατάλληλη διερεύνηση, εκεί στο βάθος διακρίνεται θαμπό στην αρχή αλλά ολοένα περισσότερο ξεκάθαρο στο τέλος το πηγαίο ταλέντο, που περιμένει το έναυσμα και την καθοδήγηση για να αναδειχθεί. Και τότε το παιδί, που είχε μάθει να θεωρεί τον εαυτό του λιγότερο προικισμένο και ικανό από τα άλλα παιδιά, πατάει στα πόδια του, η αυτοεκτίμησή του ανεβαίνει και μπορεί τότε να ανοίξει τα δικά του φτερά προς το μέλλον. 
Αυτή τη μεταμόρφωση όμως πρέπει να την επικροτήσουν και να την εκμαιεύσουν οι γονείς και να τη συνεπικουρήσουν οι κατάλληλοι επαγγελματίες.  Οι εκπαιδευτικοί σ` αυτή την διαδικασία πρέπει να είναι επίκουροι, όχι υποκατάστατοι. Δεν έχουν ούτε την αρμοδιότητα ούτε το ρόλο να το κάνουν και φυσικά η αρωγή των γονέων έχει πάντα ειδικό βάρος σε κάθε περίπτωση. 
Δεν θέλω να βλέπω παιδιά εγκλωβισμένα. Θεωρώ ότι είναι εξίσου σημαντικό να γευτούν τον καρπό μιας αποτυχίας, αν χρειαστεί, που είναι μεν στυφός, αλλά τόσο θρεπτικός. Τα παιδιά δεν είναι απολήξεις των νευρώνων μας, ανδρείκελα της ανασφάλειάς μας. Είναι οργανισμοί αυτόφωτοι και ανεξάρτητοι, γι` αυτό μπορούν και πρέπει να γυρίζουν την πλάτη τους στο μέλλον που φτιάχνετε όπως θέλουμε...


Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

Περί του κοινού αισθήματος

"Η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό"

Πριν κλείσω τα μάτια μου χθες βράδυ, η τελευταία μου σκέψη ήταν να θυμηθώ να γράψω για το θέμα της κοινωνικότητας, όσον αφορά στη θέση του σύγχρονου ανθρώπου στο κοινωνικό σύνολο, αφορμώμενη από τη διενέργεια των εθνικών εκλογών. 
Από τα σημερινά- στέρεα- δεδομένα, με ποσοστά που προκαλούν από τη μία περίσκεψη κι από την άλλη τρόμο, φαίνεται ότι η χώρα μάχεται τον εαυτό της τον ίδιο, προσπαθώντας από τη μία πλευρά να καταποντίσει ελαττώματα δεκαετιών και από την άλλη να "γυρίσει σελίδα", όπως συχνά ακούγεται. Μόνο που, όπως φαίνεται, δεν μπορεί να φέρει την πλάστιγγα σε ισορροπία, βάζοντας μια ακόμη ψηφίδα στο πορτρέτο της Μέδουσας που την απεικονίζει. 
Σκέφτομαι, λοιπόν, πως ενώ όσο μεγαλώνω συνειδητοποιώ- με τρόπο βιωματικό- την ανάγκη της συνύπαρξης (η ζωή μας είναι συνεχής αλληλεπίδραση) τόσο πιο συχνά έρχομαι αντιμέτωπη μ` αυτόν τον εθνικό μας εγωισμό. Γενιές ολόκληρες μεταλαμπαδεύουν ως υπέρτατη αξία το "δούλεψε, για να φας και κλέψε, να `χεις", μεταλλάσσοντας τον κοινωνικό άνθρωπο σε ιερόδουλο του εγωισμού του. Φαίνεται πλέον ανέφικτη η προσπάθεια θέσπισης ενός πραγματικού στόχου, ρεαλιστικού, πραγματοποιήσιμου και κοινά αποδεκτού, που θα μας έκανε δημιουργικούς, φιλόπονους, φιλειρηνικούς και πάνω απ` όλα θα πραγμάτωνε την κοινωνική και πολιτική μας φύση. Ο εγωισμός μας έγινε ένας ουροβόρος όφις και το χειρότερο είναι ότι μοιάζει- αν δεν είναι σίγουρο- ότι δεν έχουμε ενσυνείδηση αυτής της αυτοκαταστροφικής μας τάσης. Όταν ο αυτο- κανιβαλισμός λάβει τέλος, το ακόρεστο μέσα μας θηρίο της πλεονεξίας απλώνει τα πλοκάμια του στα αλλότρια, που τα διεκδικεί για δικά του, επιδιδόμενο σε μία κρονιακή αδηφαγία. 
Ο στίχος του Σεφέρη γυρίζει στο μυαλό μου ξανά και ξανά: "τον ξένο και τον εχθρό τον είδαμε στον καθρέφτη". Κι αυτό το τεμαχισμένο πρόσωπο, "που άλλο δεν ζήτησες στη ζωή παρά να το κρατήσεις καθάριο κι` αδιαίρετο", πόσο συχνά το αντικρίζουμε στον καθρέφτη της ύπαρξής μας; αλλά και με τι μάτια να κοιταχτούμε; είναι σκληρή η ενδοσκόπηση, σαν το γεωτρύπανο που χτυπάει μια φλέβα νερού κι εκείνο τινάζεται ξαφνιασμένο. Γι` αυτό την αποφεύγουμε επιμελώς, για να μην αιμορραγήσουμε. Γιατί δεν νιώθουμε εμπιστοσύνη ότι τα κύτταρά μας θα πολεμήσουν να αναπληρώσουν την απώλεια ή ότι θα βρεθεί ένας άλλος να μας μεταγγίσει το δικό του. Έτσι, γίναμε άνθρωποι καχύποπτοι, λαός κουτοπόνηρος, έθνος δίβουλο. Προβάλαμε τις φοβίες μας στον πολιτικό καθρέφτη και ο δαίμονας που μας κοίταξε δεν μας άρεσε. Όμως και πάλι το πέπλο της αοριστίας ήρθε για να καλύψει την ατομική μας ευθύνη, αφού κάποιοι αόριστοι άλλοι για μια ακόμη φορά πήραν την λανθασμένη απόφαση. Ακόμα, όσοι δεν είναι αυτο- διορισμένοι επικριτές, ένιωσαν την ανάγκη να ντύσουν αυτή την απόφαση με το χιτώνα του Νέσσου, δικαιολογώντας την με το αποφόρι της "αντίδρασης" του λαού, που καταπιέζεται -από τα μέτρα, όχι από τον εαυτό του τον ίδιο. Οι αρχαίοι μας πρόγονοι και πάλι το διατύπωσαν απλά με τη θυμοσοφία τους: "θυμού κράτει", συμβούλεψαν. Αν κλυδωνίζεσαι από πάθη, είσαι καταδικασμένος να τσακιστείς στα βράχια που ο θυμός ακονίζει και το χέρι οδηγεί. Όπως πολύ όμορφα το περιγράφει ο Πλάτωνας στον Πρωταγόρα, εκείνον, λέει, που ισχυρίζεται ότι δεν κατέχει την αλήθεια, οι οικείοι του τον παίρνουν παράμερα και τον συμβουλεύουν σαν να είναι τρελός.Έτσι και τώρα, κάποιοι προσφέρθηκαν να συμβουλέψουν αυτούς που έκαναν λανθασμένες πολιτικές επιλογές, σαν να ήταν άτακτα παιδιά που δεν ορίζουν τον εαυτό τους, ενώ οι ίδιοι δεν έχουν αναρωτηθεί αν έχουν την ικανότητα ή την αρμοδιότητα για κάτι τέτοιο, αφού συχνά πάσχουν από αυτο- αγνωσία. Ταυτόχρονα, μαζί με την επιφανειακή επίπληξη, κλείνουν συνωμοτικά το μάτι... "έλα, μην το ξανακάνεις..." Ευτυχώς, θα έχουμε δεύτερο γύρο εκλογών, μια χειραγωγημένη δεύτερη ευκαιρία, να ψηφίσουμε πιο ψύχραιμα...
Αναρωτιέμαι.. αν είχε σχηματιστεί κυβέρνηση στον πρώτο γύρο, θα έπρεπε να ζήσουμε για μία τετραετία με τις συνέπειες αυτού του θυμού; 
Ο λόγος γίνεται αναφορικά με τον φασιστικό μας εαυτό, όπως εύστοχα διατύπωνε πριν είκοσι χρόνια ο Μάνος Χατζηδάκις. Τώρα, όλοι νιώσαμε ότι οι κοινοβουλευτικοί μας εκπρόσωποι είναι αποκλειστικά δικά μας σφάλματα. Πολύ φοβάμαι όμως ότι καταλογίζουμε στους εαυτούς μας μόνο αυτή τη συγκεκριμένη άστοχη επιλογή, κι όχι το σύνολο των πολιτικών επιλογών που καθόρισαν τον κοινοβουλευτικό μας βίο μετά τη μεταπολίτευση. Τώρα φταίνε οι ψηφοφόροι.. μέχρι χτες έφταιγαν οι πολιτικοί. 

Γι` αυτό μιλώ για καθρέφτες...

Ένα τελευταίο σχόλιο: η αποχή σ` αυτόν το γύρο έφτασε- σε μία ώρα κρίσιμη για τη χώρα- το 35 ή κατά άλλους το 40%. Αποχή σημαίνει ότι δεν θέλεις να συμμετέχεις στα κοινά προβλήματα, να παίρνεις πρωτοβουλίες και να αναλαμβάνεις από κοινού ευθύνες. Οι αρχαίοι δημοκράτες αφαιρούσαν σ` αυτήν την περίπτωση τα πολιτικά δικαιώματα των αμέτοχων πολιτών ("ατιμία") και τους εξόριζαν σαν καρκινώματα της πόλης που αφ` ενός θα βλάψουν το πολίτευμα κι` αφετέρου θα αποτελέσουν κακό παράδειγμα για τους νέους, Δεν υπονοώ ότι πρέπει να επιστρέψουμε σ` αυτές τις πρακτικές, αν και είναι πολύ πρόσφατος ο νόμος που σου αφαιρούσε το δικαίωμα εξόδου από τη χώρα, αν δεν ψήφιζες στις εθνικές εκλογές- αλλά για να κατανοηθεί ότι δεν είναι δυνατόν να παραμένεις αμέτοχος... είναι το ίδιο και χειρότερο από το να κάνεις λανθασμένη επιλογή. Και με ενοχλεί πολύ, πάρα πολύ, που αυτοί οι ίδιοι κοινωνικοί κηφήνες θα θεωρήσουν δικαίωμα εκ των υστέρων το να κατέβουν στους δρόμους και να διεκδικήσουν  "κεκτημένα", να απαιτήσουν κοινωνική δικαιοσύνη, για μια κοινωνία, στη διάλυση της οποίας συμβάλλουν με τη στάση τους, 
Ξαναγυρνάω στην αρχή του συλλογισμού μου... Είμαστε τα τέρατα που θα έπρεπε να φοβόμαστε περισσότερο. Κι όσο πιο συχνά ακούω τους γύρω μου να εκτοξεύουν μύδρους κατά παντός υπευθύνου, τόσο σιγουρεύομαι. "Αν δεν βρέξεις πόδια, ψάρια δεν τρως", λέει μια θυμόσοφη παροιμία. Αν δεν συμμετέχεις και συστηματικά αποποιήσαι την ευθύνη, κοινωνικός και πολιτικός άνθρωπος δεν θεωρήσαι. Οπότε μένουν δύο αριστοτέλειες επιλογές.. είσαι ζώο ή θεός;

Παρασκευή, 4 Μαΐου 2012

Ανεμο- λόγιο

Τα λόγια μας είναι εκροές του ποταμού του Είναι μας... γι` αυτό πρέπει να είμαστε ο εαυτός μας όταν λογοποιούμε, για να κρατάμε το ποτάμι μας στην κοίτη του, αλλιώς κινδυνεύουμε από την εσωτερική μας φουσκονεριά να καταποντίσουμε όλες τις παραποτάμιες κατακτήσεις μας, σκέψεις, συναισθήματα, επιθυμίες. Και ο πλέον ενδεδειγμένος τρόπος, θαρρώ, για να το πετύχουμε αυτό είναι να δίνουμε εξ αρχής τα αληθινά ονόματα στα πράγματα, να μην φυγομαχούμε αοριστολογώντας, αλλά να διεκδικούμε ακριβολογώντας. "Αρχή επιστήμης, ονομάτων επίσκεψις",  η πεμπτουσία των ορισμών. Και αυτό που μέσα από αυτή τη διαδικασία καλούμαστε να κατακτήσουμε είναι το "γνώθι σαυτόν". Χωρίς αυτή την  επίγνωση είμαστε μισοί. Δεν μπορούμε ούτε να δώσουμε ούτε να πάρουμε, καθώς χανόμαστε μέσα στις θολές φιγούρες των πραγμάτων, αποφεύγοντας από δειλία να χαρτογραφήσουμε τα περιγράμματά τους, ώστε να μπορέσουμε στη συνέχεια να ενταχθούμε σ` αυτά. Όχι να περιχαρακωθούμε και να γίνουμε απόλυτοι και απροσπέλαστοι, αλλά να πάρουμε θέση στα πράγματα, όπως ταιριάζει σε κοινωνικά όντα. Με τον τρόπο αυτό θα "έρθουν στα λόγια μας" και αυτοί που παραπλέουν. Δεν θα μας μιμηθούν, θα μας καταλάβουν, γιατί θα έχουμε αρθρώσει δυνατά και καθαρά τις προθέσεις μας, όπως το παιδί, που μετά από πολύ κόπο αρθρώνει την πρώτη του λέξη, δίνοντας το δικό του στίγμα κι` έτσι οι μεγάλοι, που κατανοούν την προσπάθεια που χρειάζεται γι` αυτήν την πρώτη λεκτική αποτύπωση, δίνουν έμφαση στην κάθε συλλαβή που μεταδίδει ένα μήνυμα. 
Γι` αυτό ο άνθρωπος δεν γεννιέται φλύαρος, για να μπορέσει να συνειδητοποιήσει την αξία της λεκτικής του δυνατότητας και δεινότητας.

Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

Τα χέρια


Κοιτάζω τα χέρια μου και σκέφτομαι τι εικόνα μπορεί να δίνουν για τον εαυτό μου, Πώς θα τα χαρακτήριζε κάποιος; Χέρια ανθρώπου καπάτσου, ποιητή ή κτίστη; διστακτικά ή αποφασιστικά; δειλά ή θαρραλέα; Η όψη των χεριών, η μορφή τους, έλκυε πάντα το βλέμμα μου, μάλλον υποσυνείδητα, και τούτη τη στιγμή, σαν μια έκλαμψη συνειδητότητας, αντιλήφθηκα ότι η εικόνα των χεριών ίσως καθορίζει σε κάποιο βαθμό την εικόνα που έχω για τον κάτοχό τους και τη στάση μου απέναντί του.
Ας πούμε, τα δυνατά χέρια, με τις σίγουρες κινήσεις, μου εμπνέουν εμπιστοσύνη. Θαυμάζω τους ανθρώπους που οι κινήσεις τους δεν είναι νευρικές, αλλά καθαρές, γεμάτες σιγουριά για την πράξη που επιτελούν, σαν να δημιουργήθηκαν για την εργασία αυτή. Αυτά τα χέρια τείνω να θέλω να μιμηθώ, που η ψυχή τα έχει κάνει εργαλεία της προαίρεσής της, αρκεί αυτή να είναι αγαθή. Αυτή τη σιγουριά την έχω συνήθως μόνο πάνω στο χαρτί, σπάνια οι κινήσεις μου διέπονται από σιγουριά και αρμονία, όταν πρόκειται για άλλης φύσεως εργασία. Τη γραφίδα την κατέχω σαν όπλο και σαν εργαλείο.Νιώθω, κι ας ξέρω ότι υπερβάλλω, ότι λίγοι μου παραβγαίνουν σ` αυτή τη σιγουριά. Ακόμα κι αν δεν ξέρω τι να γράψω, πάλι σταθερά ακουμπάω το μολύβι στο χαρτί μου. 
Τα χέρια τα λεπτεπίλεπτα, τα "ποιητικά", όπως τα λέω, που δίνουν έμφαση στη λεπτομέρεια, τα θαυμάζω στην ποιητικότητα και στην υπομονή τους, αλλά νιώθω ότι προδίδουν ψυχή που εσκεμμένα αποκλίνει της ουσίας και δίνει έμφαση στα λεπταίσθητα και ονειρώδη. Κι ας είναι μεθοδικά, νιώθω πως δεν μπορούν να στηρίξουν ολότητες, αλλά σπαράγματα, "σπασμένες αρτιότητες", όπως θα έλεγε η Δημουλά. Δίνουν μορφή χωρίς ουσία, ρυθμό χωρίς στίχο, ενορχηστρώνουν τη σιωπή σαν να ήταν σύνθεση.
Υπάρχουν και τα χέρια της θυσίας. Χέρια που όταν σε αγγίζουν σου μετακενώνουν την ενέργειά τους, μαθημένα να δίνουν ζωή, σαν τα έμπειρα χέρια του σπορέα που ξέρει πού και πότε πρέπει να φυτευτεί ο σπόρος. Τέτοια χέρια συνάντησα λίγες φορές στη ζωή μου και την αίσθησή τους την έχω ακόμα στους ώμους μου. 
Θυμάμαι την πρώτη φορά που στεκόμουν μ` εκείνο το αίσθημα της εγκατάλειψης δυνάμεων, τα μάτια μου ατένιζαν κάπου στο γκρίζο της απροθυμίας, όταν τα δύο εκείνα χέρια με άδραξαν από τους ώμους, όχι σαν να θέλουν να με ταρακουνήσουν, δυνατά μαζί και τρυφερά, και μου μετάγγισαν το ηλεκτρικό τους φορτίο. Ένιωσα τη θέρμη να διαχέεται από τους ώμους μου στα ακροδάχτυλα κι από `κει να καταλαμβάνουν το είναι μου ολόκληρο. Ένιωσα σαν να συνέρχομαι από λήθαργο, σαν να αποκτούσα και πάλι υπόσταση, να επανερχόμουν στο εδώ και στο τώρα. Για πρώτη φορά, νομίζω, κατάλαβα με βιωματικό τρόπο αυτό που λένε "θετική ενέργεια". Και το πιο όμορφο είναι ότι το πρόσωπο που είχε αυτά τα χέρια δεν είχε ιδέα για τις μαγικές τους ιδιότητες. Δεν ήταν πως μας έδενε κάτι ξεχωριστό, που ένιωσα αυτή την ενέργεια.. ήταν τα χέρια εκείνα... η δύναμή τους στηριζόταν στην αγαθή πρόθεση της ψυχής να προσφέρει αφειδώς. 
Αρκετά χρόνια αργότερα, δυο άλλα χέρια, δυο μικρές εστίες φωτιάς, που διαπέρασαν σαν να ήταν άυλο το χοντρό μου πανωφόρι, γέμισαν την καρδιά μου με τη θέρμη εκείνη της επιβεβαιωμένης παρουσίας. 
Το πιο μαγικό είναι ότι ακόμα κι όταν η μορφή θάμπωνε στο νου μου, αρκούσε να κλείσω- να μισοκλείσω- τα μάτια και να ανακαλέσω αυτή την αίσθηση. Νομίζω, όταν μερικές φορές δεν μπορείς να επικοινωνήσεις με λόγια τα συναισθήματα και τις σκέψεις σου σε κάποιον, αυτά σε κατακλύζουν ορμητικά και βρίσκουν τελικά τρόπο να μεταφέρουν το κρυφό τους μυστήριο, το μήνυμα που καλείται να αποκωδικοποιήσει αυτός που άγγιξαν. Τα χέρια κάνουν τη δική τους μικρή εξομολόγηση μέσα από τις αυθόρμητες ή τις προαποφασισμένες κινήσεις. Μα λένε την αλήθεια μονάχα όταν υποκινούνται από την ψυχή και όχι από τον υπολογιστή νου. Όταν ψηλαφούν διστακτικά,  
κι η αφή τους γυρεύει να μεταδώσει τη θέρμη της καρδιάς, πριν τα κάψει και τα μαραζώσει, όταν επίμονα κι επιτακτικά επιστρέφουν σ` αυτή την κίνηση, ανυπομονώντας να προδώσουν το μυστικό τους. 
Γεννήθηκαν για να φανερώνουν τις μύχιες σκέψεις, γι` αυτό κι όταν κινούνται, όταν αγγίζουν, όταν ψηλαφούν ή διεκδικούν, το κάνουν πιο έντονα από τα λόγια, είναι χέρια που ενορχηστρώνουν συναισθήματα, που αν τα παρατηρήσεις προσεκτικά, μπορεί σχεδόν να ακούσεις το τραγούδι τους. Όταν αναπολώ αυτή την αίσθηση, μου έρχεται στο νου ένας στίχος του Ρίτσου: "...ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω έχοντας στο αριστερό πλευρό μου τη ζέστα από το τυχαίο άγγιγμα του σακακιού σου...". 
Είναι τα χέρια εκείνα που φεύγουν απ` αυτόν που τα φορά και γίνονται φτερά σ` αυτόν που συνοδεύουν... Μήπως έτσι γεννιούνται οι άγγελοι;


Τρίτη, 13 Μαρτίου 2012

της γιαγιάς το παραμύθι...

Στο μεγάλο βιβλίο της φαντασίας κάθε παιδιού υπάρχει μια σκηνή, όπου μία γιαγιά, τριγυρισμένη από τα εγγόνια της δίπλα στο τζάκι αφηγείται παραμύθια. Ποιος αλήθεια έχει βιώσει στην πραγματικότητα μια τέτοια σκηνή; Νομίζω ότι τελικά η εικόνα αυτή, σαν βγαλμένη από πίνακα του Γύζη, αποτελεί έναν ευσεβή πόθο περισσότερο, παρά μια πραγματικότητα. Είναι όμως κάποιες άλλες ιστορίες, οι ιστορίες της ζωής, που η αφήγησή τους, αν και σκληρή πολλές φορές, αποτυπώνεται στο συνειδητό και στο ασυνείδητο ενός παιδιού και πολλές φορές συμβάλλει αποφασιστικά στον άνθρωπο που γίνεται. 
Η δική μου η γιαγιά, που την έχω στα γονίδιά μου, είχε τέτοιες ιστορίες να αφηγηθεί, όχι εκείνες που λέγονται δίπλα στο τζάκι, αλλά εκείνες που είναι σαν εξομολόγηση και κατάθεση μαρτυρίας, απολογισμός και αναπόληση.
Κάποτε όλα ξεκινούσαν με ένα τραγούδι, που η ανάμνησή του ερχόταν ξαφνικά, σαν το καλοκαιρινό αεράκι μετά τον καύσωνα και σιγά σιγά ξετύλιγε τις μνήμες, που καθώς έρχονταν στο φως γίνονταν όλο και πιο ξεκάθαρες.

"Ήτανε ένας γέρος και μια γριά,
είχανε μια κοπέλα που τη λέγανε Σοφιά.
Μα η μαμά της τη στέλνει στο σχολειό
κι αυτή η κυρα- δασκάλα στο πηγάδι για νερό.
Βαρύ σταμνί  της δίνει, κοντό σκοινί
ν` αργήσει στο πηγάδι να της εύρει αφορμή.
Μα η Σοφία εστάθη πονηρή
τις δυο πλεξούδες κόβει κι` αυγατάει το σκοινί.
Μα η μαμά της τη βλέπει απ` τον αργαλειό,
"Σοφία τι τις έκανες τις πλεξούδες σου τις δυο;"

Στο παιδικό μου μυαλό αυτή η ιστορία της Σοφίας έχει γίνει το παραμύθι που δεν ήξερε η γιαγιά να πει. Κι ακριβώς επειδή το είχα στο μυαλό μου σκηνοθετήσει, μπόρεσα να το συγκρατήσω και χρόνια μετά μου φέρνει την ίδια ακριβώς εικόνα.
Η γιαγιά μου είχε, λένε, ωραία φωνή και της ζητούσαν να τραγουδάει στις κοινωνικές εκδηλώσεις, όπως στους γάμους. Μου έλεγε χαρακτηριστικά ότι σ` ένα γάμο είχε τραγουδήσει ένα αντάρτικο- θα πρέπει να ήταν μέσα στον εμφύλιο- που έκανε όλους τους καλεσμένους να δακρύσουν. Τους στίχους δεν θυμόταν να μου τους πει, όμως από τα συμφραζόμενα κατάλαβα ότι μιλούσε για τη συνθηκολόγηση που προσπάθησαν να πετύχουν οι Άγγλοι κατά τον εμφύλιο και την άρνηση των ανταρτών να παραδώσουν τα όπλα.
Έτσι έμαθα για τον εμφύλιο. Όχι από το σχολείο και τα λειψά του βιβλία, αλλά από τη βιωμένη ιστορία.
Έμαθα για τη μάχη των Γαργαλιάνων, όταν οι αντάρτες προειδοποίησαν τους κατοίκους του χωριού να πουν σε όσους συγγενείς είχαν εκεί να φύγουν, γιατί θα γινόταν μεγάλη σφαγή και πώς η γιαγιά πήγε με τα πόδια μέσα από τα χωράφια και κρυμμένη στα χαντάκια, για να ειδοποιήσει την αδερφή της να φύγει από τους Γαργαλιάνους.
Έβοσκε τα πρόβατα, ο πατέρας της δεν την άφησε να πάει στο σχολείο, κι άκουγε τα άρβυλα των ανταρτών που κατέβαιναν από το βουνό και κάποτε τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα συναντήθηκαν στη μέση κι αφού έκαναν αναγνώριση, έγινε μάχη μέσα στη νύχτα. Και η γιαγιά κρύφτηκε σε ένα γούπατο, ανάμεσα στα βάτα για να μην τη δουν ή να μην τη βρουν τα πυρά.
Μάνα δεν γνώρισε... λίγο μετά τη γέννησή της πέθανε από την καρδιά της. Την έλεγαν Ιωάννα, Γιαννούλα, από την οποία πήρε το όνομά της η θεία μου, και ο πατέρας της τη γνώρισε την εποχή που έκανε τον ταχυδρόμο, στα νιάτα του. Την αγαπούσε πολύ και λένε ότι, όταν πέθανε εκείνη, παντρεύτηκε μια γυναίκα με το ίδιο όνομα, γιατί "έψαχνε το όνομά της". Φωτογραφία δεν υπήρχε, κι έτσι η γιαγιά μου ποτέ δεν είχε εικόνα για τη μητέρα της και ούτε φυσικά και  κανείς από μας. Πολύ πρόσφατα μου εξομολογήθηκε τον καημό της αυτό: "Χάθηκε, μωρέ, μια φωτογραφία;"... ποιος ξέρει σε ποιον από μας κληροδοτήθηκαν τα χαρακτηριστικά της... παράξενο, αλήθεια... να διαιωνίζεις έναν πρόγονο που αγνοείς... ίσως να πήρα τα μάτια της... κανείς στο σόι δεν έχει πράσινα μάτια- ή ίσως να τα πήρε η γιαγιά, που έχει γκριζογάλανα.Ούτε και τα δικά της κληροδοτήθηκαν σε κανέναν μας.
Με νοιάζει πολύ να μάθω για όλα αυτά... γιατί μαθαίνοντας γι` αυτούς, γνωρίζω τον εαυτό μου καλύτερα. Είναι αυτό που λέω πάντοτε, είναι οι ρίζες του δικού μου δέντρου, και δεν μπορώ να τις αγνοήσω, γιατί η ζωή μου, το καινούριο μου φύλλωμα, εξαρτάται από τις ρίζες αυτές και το νερό που συγκρατούν. Το γενεαλογικό δέντρο δεν είναι μόνο μια χρονολογική καταγραφή ενός οίκου, είναι η πορεία του αίματος, που εμπλουτισμένο παραδίδεται από γενιά σε γενιά και διαιωνίζει αυτό που μ` αρέσει να αποκαλώ ψηφιδωτό των δικών μου ανθρώπων.
Πριν λίγες μέρες έμαθα φερ` ειπείν, ότι ο προπάππους μου, ο παππούς ο "Σούγλος", που θα πει "κουβάς", ποιος ξέρει γιατί του έδωσαν αυτό το παρατσούκλι, αλλά όλοι στο χωριό έχουν από ένα, ήταν άνθρωπος χαρούμενος και φιλόξενος. Το σπίτι τους είχε πάντα κόσμο και ο προπάππους μου φρόντιζε τους πάντες.και η γιαγιά το έλεγε αυτό με καμάρι, σε αντίθεση με το σπίτι του άντρα της, του παππού μου, που ήταν έρημο από κόσμο και ο παππούς μου όχι ιδιαίτερα ομιλητικός. Αυτό το χαρακτηριστικό του προπάππου μου το έχω πάρει πέρα από κάθε αμφιβολία. Μου αρέσει το σπίτι μου να είναι ανοιχτό και φιλόξενο, γεμάτο κόσμο, και να μοιράζομαι το πολύ ή το λίγο μου. Είμαι μάλλον αισιόδοξη, παρά τις κατά καιρούς συννεφιές μου και δεν είμαι μνησίκακη. Δέχομαι τους ανθρώπους όπως είναι και τους συγχωρώ, γιατί δεν βρίσκω νόημα στις μνησικακίες. Η γιαγιά μού το δίδαξε αυτό με τη στάση της. Αν και μεγάλωσε με μητριές, αν και παραγκωνίστηκε και αδικήθηκε ως παιδί, αν και υπέφερε ψυχικά και σωματικά, ποτέ δεν έλεγε κάτι κακό για κανέναν, "Δεν μπορώ, μωρέ παιδάκι μου, να το κρατώ...", μου έλεγε συχνά, όταν μέσα στην απερίσκεπτη νιότη μου απορούσα γιατί ανθρώπους, που συχνά μας αδικούσαν με τις λέξεις ή με τις πράξεις τους, η γιαγιά εξακολουθούσε να τους επισκέπτεται ή να επιζητά την παρέα τους. Με το λανθάνον αισθητήριό της αντιλαμβανόταν πως οι άνθρωποι είναι όπως είναι και δεν μπορείς να τους αλλάξεις, μπορείς μόνο να τους αποδεχτείς, αν θέλεις, με τα καλά και τα άσχημά τους και να τους συγχωρείς, όταν υπερβαίνουν τα όρια. Όπως ακριβώς συμβαίνει ανάμεσα στα μέλη μιας οικογένειας, που συχνά ερίζουν για τούτο και για κείνο, με αψιμαχίες ή κάποτε με επικούς καυγάδες, όμως στο τέλος παραμένουν οικογένεια. Η γιαγιά, λοιπόν, επειδή αισθανόταν όλο το χωριό συγγενείς της, οικογένειά της, τους αντιμετώπιζε όλους το ίδιο... και μήπως δεν ήταν; ο προπάππους μου είχε κάνει τρεις γάμους κι έτσι οι περισσότεροι είμαστε μεταξύ μας συγγενείς.
Μια χούφτα τόπος στα ριζά ενός βουνού, που τους θρέφει το ίδιο χώμα και νερό. Ποιον να ξεχωρίσεις; Ακόμα και ο χρόνος βιώνεται σαν κάτι ενιαίο στο  χωριό. Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον βιώνονται σαν μία ενότητα. Οι πρόγονοι και οι απόγονοι είναι διαρκώς παρόντες, αφού ακόμα και στα πειράγματα όλοι ξέρουν και θα θυμηθούν ποιανού παιδί ή εγγόνι είναι ο καθένας και ποια σουσούμια του έχει πάρει.
Θυμάμαι χαρακτηριστικά, όταν πριν αρκετά χρόνια ήμουν σε διακοπές στο χωριό, αργά το βράδυ, όταν πια και τα καφενεία έσβηναν τα φώτα τους, που σηκώθηκα κι εγώ να ανηφορίσω κατά το σπίτι και μέσα στη σιγαλιά της βραδιάς, αισθάνθηκα αυτή τη θαλπωρή του χωριού, τις γνώριμες σκιές και μυρωδιές του, τους ήχους και τη συντροφιά από τα θλιμμένα φώτα των παμπάλαιων κολόνων, που έκανα τη σκέψη ότι το χωριό είναι σαν ένα μεγάλο σπίτι με ευρύχωρη αυλή, ότι όπου κι αν βρισκόμουν ένιωθα την ίδια ελευθερία και ασφάλεια, σαν να κυκλοφορούσα στους διαδρόμους του σπιτιού μου. Νομίζω ότι κάπως έτσι θα νιώθει και η γιαγιά μου, κι ας μην μπορεί να το εκφράσει ακριβώς. Άλλωστε, με αυτόν τον τόπο, που είναι η γενέθλια γη της, τη δένουν πιο πολλά πράγματα, απ`όσα δένουν εμάς με τις αστικές ζωές, τα ψυχρά διαμερίσματα και τους απρόσωπους δρόμους της ανασφάλειας και της μοναξιάς.
Στο χωριό ο άνθρωπος γίνεται ένα με τη γη. Την πονάει, γιατί εκείνη τον θρέφει. Η γιαγιά μιλάει για τις ελιές με τρυφερότητα, σαν να είναι αδερφές της. "Είναι φορτωμένες, οι κακομοίρες", θα πει, σαν να νιώθει το βάρος των καρπών τους στους δικούς της ώμους. Έχει πολλά κοινά με την ελιά... είναι μια ήρεμη δύναμη, που καρτερικά κυρτώνει τη ράχη της από το βάρος του χρέους, χωρίς να το αποποιείται. Κι όταν ακόμα βαρυγκομάει, αισθάνεται αυτό το βάρος σαν εξύψωση. Στο τέλος της μέρας θα δοξάσει το Θεό, για τη δύναμη που της έδωσε να αντεπεξέλθει και νιώθει πραγματική ευγνωμοσύνη για κάθε μπουκωσιά ψωμί και γάλα.
Μπορεί να μην έχω τη δική της θρησκευτική αντίληψη, αλλά τη θαυμάζω. Είναι πιστή πέρα από κάθε αμφιβολία και μάλιστα στην πιο έμπρακτη εκδοχή του χριστιανού, αυτή του Καλού Σαμαρείτη. Η σχέση της με το Θεό τη δυναμώνει να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες και ποτέ δεν ξεχνάει να αποτίσει ευχαριστίες για πολλά από αυτά που για τους περισσότερους από μας είναι δεδομένα. Η σχέση της με τους αγίους είναι φιλική και τα ξωκλήσια  του χωριού προέκταση του σπιτιού της, γι` αυτό και συχνά ένιωθε την ανάγκη να τα φροντίζει, να τα ασπρίζει στις γιορτές, να πηγαίνει ένα μπουκαλάκι λάδι για τα καντήλια και να τα ανάβει, όποτε ο δρόμος την έβγαζε προς τα κει. Μια φορά που αμέλησε την υπόσχεσή της να ασπρίσει ένα ξωκλήσι της Παναγίας, εκείνη πήγε στον ύπνο της και τη μάλωσε... "Τούλα, είπες ότι θα το ασπρίσεις το εκκλησάκι... αφού δεν πας εσύ, θα πάω εγώ" της είπε... Κι όταν μου αφηγήθηκε αυτό το όνειρο, μου το είπε σαν να μιλούσε για κάποιο δικό της πρόσωπο, οικείο, κι όχι για τη μητέρα του Θεανθρώπου... χωρίς φόβο, αλλά σαν να τη μάλωνε η μάνα της, που δεν γνώρισε.
Ακόμα και με το Θάνατο τα έχει βρει η γιαγιά... χρόνια τώρα μου υπενθυμίζει τι θα πρέπει να κάνω όταν πεθάνει. Όλα τα έχει κανονισμένα, σαν να πήγαινε σε μια κοινωνική εκδήλωση. Ποτέ δε μιλούσε με φόβο για το θάνατο, κι αυτό ίσως με βοήθησε και μενα να τον αντιμετωπίζω με νηφαλιότητα και στωικότητα. Μια μέρα, τώρα πρόσφατα, μου εξομολογήθηκε ένα όνειρο που είχε δει και σκέφτηκε ότι μπορεί να ήταν προμήνυμα του θανάτου της. Της είπα ότι ήταν από το άγχος της, επειδή είχε ένα μικρό ατύχημα, και μου απάντησε: " Δεν έχω κανένα τέτοιο άγχος". Τόσο απλά και κατηγορηματικά, χωρίς συναίσθημα σχεδόν, που με σόκαρε. Για κείνη όλα είναι φυσικά, είναι η ροή της ζωής τέτοια, δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Κι αφού έκανε το χρέος της, τώρα μπορεί να παραδώσει τη σκυτάλη στις επόμενες γενιές... Ξέρω πως όταν η γιαγιά θα γίνει πια ιδέα, δεν θα είναι το ίδιο με το να το σκέφτομαι τώρα που ζει, αλλά ήδη νιώθω τη σημασία του να πάρω την παρακαταθήκη που μου αφήνει και να την κουβαλάω μέσα μου όσο ζω και να την μεταλαμπαδεύσω εμπλουτισμένη από τη δική μου πείρα.
Γράφω, γράφω και να την αποτυπώσω στη μεγαλοσύνη της δεν μπορώ... Όσο μεγάλος κι αν  είναι ο καμβάς της, δεν μπορώ να τη σκιαγραφήσω. Κάτι τέτοιες στιγμές σκέφτομαι πως ο άνθρωπος είναι κάτι παραπάνω από γήινη οντότητα, είναι πρωτίστως πνεύμα που μετουσιώνεται σε ύλη, για να μπορέσει να συνυπάρξει για λίγο με τις άλλες ιδέες και μετά να πετάξει στο άπειρο, εκεί όπου ανήκει....
τι ωραία που το είπε ο Πλάτωνας: "και ψυχή, ει μέλλει γνώσεσθαι αυτήν, εις ψυχήν αυτή βλεπτέον"...
Ευχαριστώ, γιαγιά...



Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

Περί εθελοντισμού

Από μικρή είχα την επιθυμία να συμμετέχω σε κάποια ομάδα εθελοντών, δεν ξέρω για ποιο λόγο είχα αυτή την παρόρμηση, ίσως η αγάπη που είχα προς τον άνθρωπο και τη φύση...  Όπως και να `χει, η πραγματικότητα είναι ότι η ευκαιρία μου δόθηκε στο σχολείο, όταν μπήκα στην περιβαλλοντική ομάδα και αργότερα, μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές του 2007, μπήκα στην ομάδα του ΕΔΑΣΑ, των εθελοντών δασοπυροπροστασίας του Εθνικού Δρυμού της Πάρνηθας, στην οποία ανήκω έκτοτε, πλέον και ως ενεργό μέλος. 
Σκεφτόμουν, λοιπόν να μοιραστώ αυτή την εμπειρία μου και μέσα από αυτή να βγάλω κάποια γενικά συμπεράσματα για τον εθελοντισμό, τα οποία θα είναι βιωμένα και όχι ακαδημαϊκά. 
Τι κάνουμε ως ομάδα: Κάθε βράδυ από το Μάιο μέχρι τον Οκτώβριο μια μικρή ομάδα 5 - 6 εθελοντών μαζί με έναν υπεύθυνο εκπαιδευμένο από τον ΕΔΑΣΑ, συναντιέται στις 7 το απόγευμα στη βάση του τελεφερίκ στην Πάρνηθα και ανηφορίζει προς το πυροφυλάκειο της Σκίπιζας, που βρίσκεται σε υψόμετρο 1200μ. περίπου. Εκεί απλώνει τους χάρτες της, συντονίζει τους ασυρμάτους της, ανοίγει την πυξίδα και σκοπεύει ή παρακολουθεί με τα κιάλια μια περιοχή που καλύπτει περίπου 240 μοίρες και με καθαρό καιρό αρκετά χιλιόμετρα για τυχόν εστίες πυρκαγιάς. Ο υπεύθυνος πυροφύλαξης αναλαμβάνει να κατατοπίσει τους νέους εθελοντές σχετικά με τις ευθύνες τους κατά τη διάρκεια της βάρδιάς τους και κάνει μια μίνι "ξενάγηση" στο οπτικό πεδίο του πυροφυλακείου. Η πυροφύλαξη γίνεται με βάρδιες περίπου μιας με μιάμιση ώρας για τον καθένα, ενώ όποιος δεν έχει βάρδια μπορεί να απολαύσει λίγο ύπνο με τον άνεμο να τον νανουρίζει, μέσα στο φιλόξενο πυροφυλάκειό μας. Η τελευταία βάρδια είναι 5 με 6 το πρωί και όποιος είναι αρκετά γενναίος να την κάνει, έχει τη μοναδική τύχη να δει τον ήλιο να ανατέλλει πίσω από το πυροφυλάκειο, ανάμεσα από τα έλατα, και σιγά σιγά να φωτίζει την καρδιά του ταλαιπωρημένου εθνικού μας δρυμού. Οι φωτογραφικές μηχανές όλων μας έχουν αρκετά τέτοια στιγμιότυπα... η Σκίπιζα είναι το ωραιότερο μπαλκόνι της Αθήνας!
Από την άλλη πλευρά, είναι και η ομάδα... Δεν βαριέμαι να το λέω... πουθενά αλλού δεν μπορεί κανείς να δει έμπρακτα το πνεύμα συλλογικότητας και συνυπευθυνότητας, όσο στο βουνό. Το έχω βιώσει μόνο στις σχολές ορειβασίας- αναρρίχησης και στις πυροφυλάξεις... τα βράδια μας περνάνε ανάμεσα σε γέλια και ατέρμονες συζητήσεις, σε συμπόσια-  άνευ αλκόολ, βέβαια- και σε τρυφερές σιωπές κάτω από τον έναστρο ή φεγγαρόλουστο ουρανό της Αττικής, με βασικό και απαράγραπτο μέλημα την επιφυλακή. Η ομάδα μου είναι πολύ υποστηρικτική και αγαπάει πέρα από κάθε αμφιβολία αυτό που έχει αναλάβει. Γι` αυτό δεν αρκείται σε μία πυροφύλαξη, ανανεώνει συχνά το ραντεβού της. Και το φθινόπωρο νοικοκυρεύει το βουνό.. επιμελείται το πυροφυλάκειο, για να είναι έτοιμο για του χρόνου, μαζεύει σπόρους για να μεγαλώσει ελατάκια, κάνει δενδροφύτευση, μετράει ελάφια, εκπαιδεύει...  Είμαστε όλων των ηλικιών και των επαγγελμάτων, αλλά πάνω και πέρα από όλα είμαστε όλοι εθελοντές, που διαθέτουν ένα βράδυ τους το καλοκαίρι για να φυλάξουν τον τελευταίο θησαυρό της Αττικής, τον Εθνικό Δρυμό Πάρνηθας, που τόσο έχει πληγωθεί και πληγώνεται είτε από την αλαζονεία είτε από την αδιαφορία μας. 
Εις επίρρωσιν όλων αυτών, θα ήθελα να περιγράψω μια πολύ τρυφερή εμπειρία που είχα πέρσι το Σεπτέμβρη, όταν ο ΕΔΑΣΑ συμμετείχε σε μία εκδήλωση για τον Εθελοντισμό στο Θησείο και πήγα για να βοηθήσω στο τραπεζάκι μας... Δεν θα ξεχάσω, λοιπόν, το πόσο εγκάρδια με υποδέχτηκαν τα παιδιά της ομάδας, κάτι πολύ παραπάνω από αδερφικά, ακόμα κι εκείνοι που με έβλεπαν πρώτη φορά, κάθε άλλο παρά φειδωλοί ήταν στο καλωσόρισμά τους. Αυτή η σχέση φιλίας και εμπιστοσύνης, η έλλειψη καχυποψίας- αφού δεν υπάρχουν συμφέροντα, παρά συλλογικοί στόχοι- με συγκίνησε και με συγκινεί. Γι` αυτό, όταν μου ζητούν να βοηθήσω κάπου, δεν μου κάνει καρδιά να αρνηθώ. 
Λυπάμαι τους ανθρώπους που στη ζωή τους δεν θα νιώσουν αυτό το συναίσθημα. Είναι τόσο "τροφοδοτικό", που σε κάνει να θέλεις να το ανανεώνεις συχνά. 
Γι` αυτό...
Θυμώνω συχνά, όταν ακούω "μπράβο" γι` αυτό που κάνουμε, γιατί δεν το κάνουμε για το  "μπράβο". 
Θυμώνω για το μπράβο αυτό, γιατί δεν καταλαβαίνω γιατί αυτός που αναγνωρίζει το έργο μας, δεν έρχεται να φυλάξει ένα βράδυ μαζί μας. Μοιάζει σαν απολογητικό, σαν μια παραδοχή ανημπόριας, που δεν μπορεί αλλιώς να δικαιολογηθεί. 
Θυμώνω ακόμα πιο πολύ όταν γίνονται αυτές οι υποκριτικές παγκόσμιες μέρες για το περιβάλλον και πορείες διαμαρτυρίας, όπως αυτή που έγινε το καλοκαίρι του 2008 για την καταστροφή της Πάρνηθας, τότε που παρακινημένοι από ένα μήνυμα εκατοντάδες πολίτες κατέβηκαν στους δρόμους κρατώντας καμένους κορμούς, ντυμένοι στα μαύρα για να διαμαρτυρηθούν για τις πυρκαγιές, αλλά κανείς από αυτούς δεν ήρθε ένα βράδυ να φυλάξει μαζί μας. Αλλιώς δεν εξηγείται πώς σε κάθε πυροφύλαξη έβλεπα τουλάχιστον ένα με δύο άτομα που είχα δει και στις προηγούμενες... θέλω να πω, πόσο λίγοι είναι έμπρακτα φυσιολάτρες. 
Θυμώνω όταν φίλοι μου αθλητές, ορειβάτες, αναρριχητές, ποδηλάτες, πεζοπόροι, δρομείς- δεν έχουν συνεισφέρει στο ελάχιστο για το βουνό, που από  τα μονοπάτια και τα βράχια του έχουν  τόσο επωφεληθεί.. 
Θυμώνω που οι κρατικοί φορείς ολιγωρούν ή κάνουν τα στραβά μάτια στις παρατυπίες, στις καταπατήσεις, στη λαθροθηρία...

Από την άλλη, αυτό με πεισμώνει και με κάνει να θέλω να είμαι ξανά το καλοκαίρι εκεί, να βεβαιώνομαι ότι εγώ και η ομάδα μου θα προσπαθήσουμε να κληροδοτήσουμε στις επόμενες γενιές κάτι τόσο υγιές όσο το φυσικό περιβάλλον και κάτι τόσο ζωτικό όσο η ιδέα του εθελοντισμού. Αν είμαστε κοινωνικά όντα, που αλλού θα μπορέσουμε να το αποδείξουμε περισσότερο έμπρακτα, παρά εκεί, όπου θα βρισκόμαστε για να συνεισφέρουμε με βούληση ελεύθερη; τι περισσότερο μας εξυψώνει ως έλλογα και ηθικά όντα από το να υποτάσσουμε τον εγωισμό μας στο κοινό καλό; 
"Είμαστε στο εμείς και όχι στο εγώ"...

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2012

Γιατί αρχαία ελληνικά;

"Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας"- Γ. Σεφέρης

Πολλές φορές αντιμετωπίζω στις τάξεις που διδάσκω αυτό το ερώτημα. Οι μαθητές μου, ιδίως εκείνοι που δυσκολεύονται με τις γλώσσες και τις γραμματικο- συντακτικές δομές, αδυνατούν να κατανοήσουν γιατί είναι σημαντικό να μαθαίνουν αρχαία ελληνικά, να μελετούν αρχαία κείμενα και να μαθαίνουν τη γραμματική και το συντακτικό μιας "νεκρής γλώσσας". Παρ` όλο που αυτή η σκέψη και μόνο ως τέτοια με ενοχλεί αφάνταστα, αντιλαμβάνομαι πιο είναι το κρυμμένο πρόβλημα πίσω από αυτήν την αντίληψη και σίγουρα  δεν  σχετίζεται με τα αρχαία ελληνικά μόνο, αλλά με την γενικότερη έλλειψη στόχευσης της σύγχρονης "εκπαίδευσης", η οποία στη μορφή που παρουσιάζει δεν είναι ούτε ανθρωπιστική ακριβώς ούτε και  τεχνοκρατική, αφού τα εφόδια που παρέχει κρίνονται ανεπαρκή- και δεν το λέω εγώ, το λένε οι έρευνες και η βιωμένη καθημερινότητα. Ο σημερινός μαθητής έχει υιοθετήσει την αντίληψη ότι πρέπει να ασπαστεί την "θρησκεία" της χρησιμοθηρίας, όπερ σημαίνει ότι θα μαθαίνει μόνο τόσα, όσα του είναι χρήσιμα για την επαγγελματική του αποκατάσταση και πολύ σπάνια ενδιαφέρεται να γίνει άνθρωπος καλλιεργημένος, με ευρεία μόρφωση και αντίληψη, με προσωπική γνώμη και πραγματική πνευματική ελευθερία. Οι ευθύνες, φυσικά, αποδίδονται στο σύστημα, που μόνο από ευφημισμό λέγεται "σύστημα", το οποίο υπηρετούν λίγο πολύ όλοι, και οι γονείς, που δίνουν έμφαση στο βαθμό και όχι στο περιεχόμενο, και οι καθηγητές με την παρωχημένη γνώση, την έλλειψη δημιουργικότητας και πρωτοβουλίας και την σε πλεόνασμα ανοία, και η πολιτεία, που κατευθύνει την εκπαίδευση με την ύλη και το χρονοδιάγραμμα, το κατά κόσμον "αναλυτικό πρόγραμμα"- αναλυτικό στην πενία του- που κρέμεται σαν τη δαμόκλειο σπάθη πάνω από τα κεφάλια διδασκόντων και διδασκομένων. Έτσι, οι μαθητές, που βρίσκονται μεσοστρατίς στην πορεία της εφηβείας, προσπαθούν ασθμαίνοντας να ανταποκριθούν σ` αυτές τις ασαφείς απαιτήσεις για να εκπληρώσουν ασαφείς στόχους ενός εξίσου ασαφούς μέλλοντος... 
Ποια να είναι η θέση των αρχαίων ελληνικών μέσα σ` αυτό το ομιχλώδες τοπίο, ιδίως για όσους δεν ακολουθούν θεωρητική κατεύθυνση,  για να μπουν σε μία από τις παραδοσιακές σχολές της;
Τροφή για σκέψη μου έδωσε ένα άρθρο που διάβασα πριν λίγες μέρες στην εφημερίδα http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=444199, για έναν καθηγητή του πανεπιστημίου της Γλασκώβης, του αποδημήσαντος πλέον Ντάγκλας Μακ Ντάουελ, ο οποίος κληροδότησε στο πανεπιστήμιο το ποσό των 2,4 εκατομμυρίων λιρών, προκειμένου να διατηρηθεί η έδρα αρχαίων ελληνικών στο εν λόγω πανεπιστήμιο. Το άρθρο αναφέρει, μεταξύ άλλων: Ο Μακ Ντάουελ ανέλαβε δράση με ριζοσπαστικές αλλαγές στο παραδοσιακό πρόγραμμα διδασκαλίας. Το 1972 εισήγαγε ένα γενικό μάθημα εισαγωγής στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό διδάσκοντας μέσα σε ένα εξάμηνο ιστορία, φιλοσοφία, τέχνη και αρχαίους έλληνες συγγραφείς σε μετάφραση. Ανοιξε την όρεξη πολλών φοιτητών που επιθυμούσαν να συνεχίσουν. Το 1974 προσφέρθηκε δεύτερο μάθημα. Το 1993 το τμήμα είχε τόσους φοιτητές ώστε το πανεπιστήμιο θέσπισε τετραετείς σπουδές πτυχίου αρχαίας ελληνικής φιλολογίας".
Στην Ελλάδα ανέκαθεν είχαμε τη συνήθεια να ευαγγελιζόμαστε τον αρχαίο μας πολιτισμό που έδωσε τα φώτα του στον υπόλοιπο κόσμο. Όταν έρχεται όμως η ώρα να συνδεθούμε ιδίοις κόποις με αυτόν, κάνουμε ό, τι περνάει από το χέρι μας να αποποιηθούμε την ευθύνη...
Ας προσπαθήσουμε λοιπόν, να επιχειρηματολογήσουμε υπέρ της εκμάθησης των αρχαίων ελληνικών.


Κατ` αρχάς, όπως κάθε φαινόμενο, έτσι και η γλώσσα έχει την ιστορία της και μέσω αυτής μπορεί να γίνει κατανοητή. Το να προσπαθούμε να τη δούμε σε κάθε ιστορική της στιγμή σαν κάτι αυτόνομο, χωρίς παρελθόν και μέλλον, είναι το ίδιο σαν να προσπαθούμε να γνωρίσουμε και να κατανοήσουμε έναν άνθρωπο χωρίς να λάβουμε υπόψη μας το παρελθόν του. Η γλώσσα είναι ένας ζωντανός οργανισμός, που προσαρμόζεται στις συνθήκες και εξελίσσεται μαζί με την κοινωνία, που τη χρησιμοποιεί ως κώδικα επικοινωνίας. Η ίδια κοινωνική ομάδα που δίνει έμφαση στην ιστορία της, για να μπορέσει να αυτοπροσδιοριστεί, δεν είναι δυνατόν να απαρνείται- ή ακόμα χειρότερα να απαξιώνει κι εν τέλει να αγνοεί συστηματικά- την ιστορία της γλώσσας της. Δέντρο χωρίς ρίζες είναι δέντρο νεκρό. Έτσι, δεν είναι η αρχαία ελληνική νεκρή γλώσσα, αλλά η νέα, όταν έχει την ψευδαίσθηση, χάριν ευκολίας, ότι έχει αποκοπεί από το παρελθόν της. 
Για τον ίδιο λόγο, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τις γραμματικές και συντακτικές μεταβολές. Μπορεί να "αγκομαχούμε" μπροστά στην ανηφοριά του αρχαιοελληνικού συντακτικού, όμως   αυτό δεν είναι παρά η δομή της γλώσσας, η οργάνωση της οποίας καταδεικνύει τις πιο λεπτές σημασιολογικές αποχρώσεις, όπως για παράδειγμα το φαινόμενο της δοτικής αντιχαριστικής, που μας βοηθάει να καταλάβουμε ότι αυτό που λέγεται είναι για τη βλάβη κάποιου, όχι μια τυχαία διατύπωση της δοτικής μέσα στο λόγο. 
Επίσης, γίνεται κατανοητή, σε συνδυασμό με τη γραμματική,  η μουσικότητα της γλώσσας. Τα αρχαία ελληνικά είναι λόγος προσωδιακός, οι ποσότητες των φωνηέντων και τα διπλά σύμφωνα απέδιδαν τη μουσικότητα του προφορικού λόγου και χωρίς τη γνώση αυτή δεν θα μπορούσαμε να ανασυνθέσουμε τον τρόπο ομιλίας της αρχαιότητας, μόνο να τον εικάσουμε. Σήμερα, με τα τεχνολογικά επιτεύγματα μπορούμε να καταγράφουμε τις γλώσσες και τα ιδιώματα εκείνα που τείνουν να εξαλειφθούν από την παγκοσμιοποίηση, αλλά και τη πληθυσμιακή συρρίκνωση των κοινοτήτων που τις μιλούν. Ο μόνος τρόπος για να διασώσουμε στην ιστορική μας μνήμη τις γλώσσες της αρχαιότητας είναι να τις μάθουμε.
Με τη γνώση των αρχαίων ελληνικών μπορούμε να ανασυνθέσουμε και τον τρόπο ζωής των αρχαίων, τα ήθη και τα έθιμα, την παιδεία, την κουλτούρα, τη σκέψη. Για παράδειγμα, από τις εγχάρακτες επιγραφές των αγγείων μαθαίνουμε ότι οι αγγειοπλάστες ήταν στην πλειονότητά τους ημιμορφωμένοι, γι` αυτό πολλές φορές έκαναν γραμματικά λάθη στις εγχαράξεις τους. Αυτό όμως είχε ως αποτέλεσμα, επειδή απέδιδαν στην ουσία την προφορική ομιλία- εν ολίγοις έγραφαν ό, τι άκουγαν- οι γλωσσολόγοι να  καταφέρουν να αποδώσουν την προφορική ομιλία. Με τον ίδιο τρόπο έγιναν γνωστές και οι μεταβολές στη γλώσσα ανά τους αιώνες. Για παράδειγμα, από την αρχαία ελληνική της κλασικής περιόδου ως την ελληνιστική Κοινή διαπιστώνονται πολλές μεταβολές τόσο στη γραμματική όσο και στο συντακτικό, αφού η ελληνική γλώσσα γίνεται η επίσημη γλώσσα της διοίκησης και γίνεται επιτακτική η εκμάθησή της από ετερόκλητους πληθυσμούς  σε ολόκληρη σχεδόν την Ασία και τη Βόρεια Αφρική. Το φαινόμενο του "ιωτακισμού", όπου τα διάφορα [i]- η, ι ,υ, οι, ει- συνέπεσαν στην προφορά, μας αφήνει να καταλάβουμε γιατί σήμερα έχουμε τόσα πολλά [i] στην ορθογραφία, τη διατήρηση της ιστορικής ορθογραφίας. Δεν προφέρονταν πάντα έτσι, αλλά μετά την καθιέρωση της ελληνικής γλώσσας ως επίσημης γλώσσας του ελληνιστικού κράτους, καθώς παρουσιάστηκε μεγάλη δυσκολία στην εκμάθησή της από διαφορετικές εθνότητες, απλοποιήθηκε σε όλα τα επίπεδα: φωνολογικά, γραμματικά, συντακτικά. Έτσι, μέσα από την εξελικτική πορεία της γλώσσας παρατηρούμε και τις ιστορικο- κοινωνικές μεταβολές.
Από την άλλη πλευρά, συχνά αναφερόμαστε  στον πλούτο της ελληνικής γλώσσας, που υποτίθεται ότι περιέχει κάποια εκατομμύρια λέξεων. Προσωπικά αγνοώ πλήρως πόσες λέξεις έχει το ελληνικό λεξιλόγιο από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, ξέρω όμως τούτο: ότι στην καθημερινότητά μας- τόσο στον προφορικό όσο και στο γραπτό λόγο δεν χρησιμοποιούμε παρά μόνο μερικές εκατοντάδες λέξεις κι αυτές τείνουν στη μείωση. Ποια λοιπόν η σημασία της αναφοράς αυτής επί της ουσίας; γιατί αντιτείνουμε το λεξιλόγιο της ελληνικής γλώσσας, για να τεκμηριώσουμε την υπεραξία της έναντι άλλων γλωσσών, όταν την αγνοούμε επιδεικτικά; αν υπάρχει κάποια σημασία σ` αυτό, θα έπρπε είναι το ότι στην ελληνική υπάρχει σημασιολογική επάρκεια. Οι Άγγλοι λένε για κάτι που δύσκολα περιγράφεται "Greeks would have a word for that". Οι αρχαίοι ημών, για να περιγράψουν με ακρίβεια το οτιδήποτε, δημιουργούσαν την κατάλληλη λέξη "παίζοντας" με το βασικό λεξιλόγιο και τις προθέσεις, τα επιρρήματα και τα διάφορα επιθήματα. Έτσι, ο Κριτίας μιλάει για τον Θηραμένη στη δίκη του δεύτερου και τον δείχνει με το  δάχτυλο λέγοντας: "Θηραμένην τουτονί" και είναι αυτό το -ι στην κατάληξη σημαίνει "εδώ" : "αυτόν εδώ, το Θηραμένη" ή ο Ξενοφώντας όταν περιγράφει την κίνηση του αθηναϊκού στόλου χρησιμοποιεί όλες τις εκφάνσεις του ρήματος "πλέω", για να δείξει τον τρόπο κίνησης: περιπλέουν, που θα πει "πλέουν γύρω", επιπλέουν- πλέουν εναντίον, διαπλέουν- πλέουν δια μέσου, εκπλέουν, προσπλέουν, καταπλέουν... Είναι τα "πομφολυγοπαφλάσματα" και τα "φληναφήματα" του Αριστοφάνη, που περιγράφουν ηχομιμητικά τα άσκοπα λόγια που μοιάζουν με τους ήχους των κυμάτων, θόρυβοι χωρίς νόημα.... ποια μετάφραση μπορεί να αποδώσει αυτό το νόημα και τη μουσικότητα των λέξεων; ποιος ήξερε ότι οι συλλαβές της παρόδου- του άσματος του χορού της αρχαιοελληνικής τραγωδίας, όταν μπαίνει στην ορχήστρα- είναι μετρημένες, ώστε να  ξεκινούν με την είσοδο του κορυφαίου και ολοκληρώνονται μόλις σχηματιστεί ο κύκλος του χορού πάνω στην ορχήστρα; ότι στην ουσία κάθε μετρικός πόδας, όπως λέμε, είναι μετρημένα βήματα; 
Και κάτι ακόμα... πόσες φορές θελήσαμε να διανθίσουμε με αρχαία αποφθέγματα και ρητά το λόγο μας για να του δώσουμε κύρος; Στην ουσία αντιλαμβανόμαστε τη σημασία του, αλλά αρνούμαστε να μοχθήσουμε, για να κατακτήσουμε κάτι που θα μας κάνει στην ουσία πιο επαρκείς ομιλητές και ικανούς συνομιλητές.
Πώς είναι δυνατόν να τα αγνοούμε όλα αυτά; την ομορφιά των κειμένων και των λεπτών νοηματικών αποχρώσεων που αποδίδουν; να αγνοούμε τη γλώσσα που γέννησε τη φιλοσοφία, την επιστήμη, το θέατρο και αποτέλεσε το θεμέλιο για τη δημιουργία της λατινικής κι από κει των λατινογενών γλωσσών; Όχι να ξέρουμε απλώς ότι το έκανε, επειδή το ακούσαμε να το λένε στην τηλεόραση  ή από όσα ακούγονται και λέγονται από ειδήμονες και μη, αλλά επειδή το είδαμε στην πράξη και πάνω απ` όλα κατανοήσαμε γιατί σήμερα είμαστε αυτό που είμαστε, λέμε αυτό που λέμε και σκεφτόμαστε με τον τρόπο που σκεφτόμαστε. κάποιοι έθεσαν τα θεμέλια του ελληνικού χαρακτήρα και δεν γίνεται να ξεθεμελιώσουμε το οικοδόμημα στο οποίο στεγάζουμε την ύπαρξή μας. Πώς θα αντιπαρατεθούν, θα διαλεχθούν, θα φιλοσοφήσουν οι επερχόμενες γενιές, όταν τα greeklish θα έχουν αντικαταστήσει το μουσικό λόγο της ελληνικής με ένα τερατώδες γλωσσικό υβρίδιο; Ακούγεται υπερβολικό, το ξέρω, όμως από τη στιγμή που σήμερα, σε αφιέρωμα- έρευνα που διάβασα σε περιοδικό, οι καθηγητές έχουν φτάσει στο σημείο να διορθώνουν greeklish στις εκθέσεις των μαθητών, δεν είναι και τόσο μακρινό σενάριο...
Για να θυμηθώ  το Γιώργο Ιωάννου, όλοι έχουμε νιώσει κατά καιρούς συγκίνηση όταν σε κάποια εκσκαφή για τη θεμελίωση και ανέγερση ενός σύγχρονου κτιρίου έχουν αποκαλυφθεί αρχαιότητες, όπως το Λύκειο του Αριστοτέλη με τα έργα του μετρό, και  έχουμε νιώσει οργή ή/και θλίψη, όταν οι εργολάβοι έχουν επιχωματώσει την έκταση για να χτίσουν από πάνω μια πολυκατοικία. Φανταστείτε να γίνεται αυτό στα λόγια μας...


http://www.youtube.com/watch?v=5ivG8EEwhjk