Loading...

Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

ΣΟΚ!

'Εχω πάψει εδώ και καιρό να σχολιάζω τα "μεγάλα γεγονότα". Αφ` ενός γιατί καμιά φορά μιλάνε από μόνα τους και κάθε προσθήκη είναι περιττή, απλώς για να πει κανείς κάτι, και αφ ετέρου γιατί στις περισσότερες περιπτώσεις δεν μπορώ να τα διαχειριστώ. Δεν με ενοχλεί η βία και η ωμότητα. Με σοκάρει, με αηδιάζει, με τρομοκρατεί- άλλωστε αυτός είναι ο στόχος της- δεν με αφήνει για μέρες να κοιμηθώ, κοιτάζω το παιδί μου με αγωνία. Γιε μου, σε τι κόσμο σε έφερα να ζήσεις;
Image resultΔεν βλέπω πια ειδήσεις. Τις διαβάζω μόνο στις εφημερίδες και στο διαδίκτυο, για να έχω μια επιλογή να αποφύγω τις πολύ δυσάρεστες. Αλλά δεν είναι εύκολο. Πολλοί γνωστοί μου έχουν μετατραπεί σε τρομολάγνους και σαδομαζοχιστικά αναμεταδίδουν όποια είδηση είναι η πιο ζοφερή. Σαν τους ναρκαλιευτές τις εντοπίζουν, σαν να λένε "το άλλο το άκουσες; ακόμα πιο αιμοσταγές". Πολλούς από τους διαδικτυακούς μου "φίλους" τους έχω σε "απόκρυψη" λόγω αυτής της εμμονικής αναμετάδοσης. Δεν καταλαβαίνω σε τι μου χρειάζονται όλα αυτά. Αρκούν και μόνο οι τίτλοι των νέων στα έγκυρα ειδησεογραφικά site για να καταλάβω το μέγεθος και την ένταση μιας είδησης. Δεν χρειάζεται να μπω να δω εικόνα. να ακούσω σπαραξικάρδια ουρλιαχτά. Δεν "τη βρίσκω" με τέτοια. Αν η είδηση προορίζτται για να προβληματίσει, αρκεί η ανάγνωση τίτλου και υπότιτλου. Και η κινητοποίηση με τον ίδιο τρόπο γίνεται. Συμβαίνει αυτό, κάνουμε αυτό. Τα υπόλοιπα είναι περιττά. Αν ήμουν εγκληματολόγος, ποινικός, ψυχιάτρος, κοινωνιολόγος ίσως να το κατάπινα το πικρό ποτήρι, αλλά είμαι απλός άνθρωπος και σε κάθε είδηση που προβάλλει τον πόνο του ανθρώπου νιώθω- ακόμα- έναν κόμπο στο στομάχι, στο λαιμό, στο μυαλό μου. Κι επειδή πάντοτε κάνω το λάθος να διαβάζω τα νέα την ώρα που τρώω, ένας Θεός ξέρει τι καταπίνω εκείνη τη στιγμή. Κάθε μπουκιά έχει γεύση αίματος, σαν να καταπίνω φόλα. Πρέπει οπωσδήποτε κάτι από τα δύο να κόψω. Ή τουλάχιστον αυτήν την παράλληλη δραστηριότητα. 
Ειδήσεις δεν βλέπω εδώ και τρία χρόνια. Η συσκευή της τηλεόρασης ανοίγει μόνο για να δούμε ένα dvd. Δεν νιώθω αποκομμένη από τον κόσμο, γιατί δεν υπάρχει "κόσμος" μέσα στην τηλεόραση. υπάρχει μόνο η εικόνα του κι αυτή μονοδιάστατη και λειψή. "Κοίτα πώς ζουν οι άλλοι και μην παραπονιέσαι". "Πάλι καλά που δεν ήμουν στη Συρία, στο Παρίσι, στο Μάντσεστερ", Και πού-στο- διάολο νομίζεις ότι είσαι; εγώ αυτά τα παίρνω μέσα στο σπίτι μου και στο μυαλό μου και τα βασανίζω και με βασανίζουν. Δεν τα δείχνω απλώς. Επί τον τύπον των ήλων. Τα ψηλαφώ και με κόβουν. Κι όταν μου λες για το ένα και το άλλο, δεν έχεις ιδέα σε τι διαδικασία με βάζεις. Μου το λες για να σου πω "ε, τι να κάνουμε αυτά συμβαίνουν", να σε ανακουφίσω από το βάρος της διαχείρισης; όχι, στη μούρη θέλω να στα πετάξω, να σου πω "κοίτα τι κόσμο φτιάξαμε" με την συναυτουργία, τη σιωπηρή ανοχή, το ¨δεν θέλω να ξέρω", το "εμείς και οι άλλοι". Εκείνοι οι αόρατοι άλλοι που πάντα φταίνε για λογαριασμό μας. Και μην νομίζεις, όταν περνάς το κόκκινο με ένα "έλα μωρέ" κι εσύ τζιχαντιστής είσαι και  φασίστας. Τίποτα λιγότερο. Δεν σε νοιάζει αν θα σκοτώσεις ή θα σκοτωθείς. Το ίδιο ισχύει και για κείνον. Τουλάχιστον εκείνος (νομίζει ότι) σκοτώνεται για μια ιδέα. Κι αν "πάτησες επί πτωμάτων" για να ανέλθεις, δεν έχει σημασία.. δεν είσαι σίριαλ κίλλερ... είναι η κοινωνία τέτοια. Και μεγάλώνεις και το παιδί σου με την ίδια λογική και προοπτική.. Φάε, για να μη σε φαν οι άλλοι. Αλλά πολιτισμένα. Όχι "κρεματόρια", με το μπαμπάκι. Ότι το μέσο είναι το μήνυμα. Άλλο η θηλιά της γραβάτας και άλλο του κρεμασμένου. ΄

Ντάξει τώρα.. μια κουβέντα είπαμε.. γύρνα πλευρό.. τα δικά μου δόντια είναι που χτυπούν τις νύχτες. 
Α, και που είσαι! τα λέμε αύριο στο facebook, στο twitter, το instagram.. μη χάνεσαι! 

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2016

Σκέψεις μητρικές



Από τότε που έγινα κι εγώ μάνα, που θα έλεγε και η Δήμητρα Παπαδοπούλου, νιώθω το κεφάλι μου έτοιμο να εκραγεί από τις σκέψεις, ενώ ο χρόνος κυλάει σαν νερό που δεν πρόλαβα να πιω από τα δάχτυλά μου. 
Δεν με είχα φανταστεί ποτέ στο ρόλο του γονέα και έχω την εντύπωση ότι ακόμα δεν το έχω συνειδητοποιήσει. Καμιά φορά  κοιτάω το μωρό μου και λέω "τώρα, σοβαρά, αυτό είναι δικό μου;" Δεν έχω χρόνο να το σκεφτώ, να το αναλύσω, να το φιλοσοφήσω, γιατί συνεχώς πρέπει να διεκπεραιώνω πράγματα, στο σπίτι, στη δουλειά, στην εθελοντική μου ομάδα και συχνά νιώθω ένα ρομπότ έτοιμο να εκραγεί από την υπερφόρτιση. Και αναρωτιέμαι αν γι` αυτό το λόγο ξέρω τι κάνω ή δρω από ένστικτο ή αρχίζω ενδόμυχα να υιοθετώ τα στερεότυπα της γονεϊκής ιδιότητας που προσπαθούσα στο μυαλό μου να αποφύγω.
Αυτές και άλλες σκέψεις περνάνε καθημερινά σαν σφαίρα από το μυαλό μου και δεν προλαβαίνω να τις συγκρατήσω, να συνομιλήσω μαζί τους και να βγάλω ένα συμπέρασμα. Και τότε θυμήθηκα ότι όσα το γράψιμο αποκαλύπτει, τίποτα δεν αποκαλύπτει. Περίμενα καρτερικά να περάσει η λαίλαπα των υποχρεώσεων για να καθίσω να γράψω σε ένα blog από καιρό ξεχασμένο και να συνομιλήσω με τον εαυτό μου και με όποιον έχει το ενδιαφέρον και το χρόνο να ασχοληθεί να απαντήσει και να συν-προβληματιστεί.
Τ

Tο να μεγαλώνεις ένα παιδί είναι μία πρόκληση. Είναι Η πρόκληση, για την ακρίβεια. Καμία άλλη ασχολία στη ζωή σου δεν είναι τόσο ριψοκίνδυνη όσο το μεγάλωμα ενός παιδιού. Δυστυχώς δεν έρχονται στον κόσμο με οδηγίες χρήσεις και πρέπει εσύ να αποφασίσεις πώς θα συνθέσεις το παζλ του παιδικού ψυχισμού, με ό, τι αυτό συνεπάγεται. Έχεις πολλά να θυμηθείς καθώς το παίρνεις αγκαλιά να το νανουρίσεις, όπως το να αποφύγεις τα λάθη που έχεις δει σε άλλους, να μη λάβεις υπόψη σου τα στερεότυπα που κυκλοφορούν, να είσαι δημιουργικός και ευρηματικός, να μη βαριέσαι και βαρυγκομάς που το έκανες. Καμιά φορά περνά από το μυαλό μου πώς θα ήταν αν η ζωή μου συνεχιζόταν με ό, τι έκανα πριν, χωρίς τη βαριά ευθύνη ενός παιδιού. Θα ένιωθα πιο ελεύθερη, με την ευθύνη μόνο του εαυτού μου, με τις ασχολίες μου, τις εξόδους μου και όλα όσα με χαρακτηρίζουν. Ωραία εικόνα. πώς αποφάσισα να την εγκαταλείψω, για χάρη ενός απόλυτα εξαρτημένου σαμιαμιδίου; υποχώρησα στις πιέσεις του περίγυρου, χτύπησε το "ρολόι"; τίποτα απ όλα αυτά. Νομίζω ότι κατά βάθος ήταν ο φόβος της ευθύνης που με εμπόδιζε από το να το πάρω νωρίτερα απόφαση και μια σταγόνα ναρκισσισμού, που δεν είχε καλυφθεί ακόμα από το κανάκεμα των άλλων ώστε να πατήσω στα πόδια μου και να το αποτολμήσω. Μόλις η ανάγκη αυτή καλύφθηκε, ήταν το λογικό επόμενο βήμα. Κατά βάθος κάθε άνθρωπος που διστάζει να κάνει παιδί, χρειάζεται μια ώθηση και μια διαβεβαίωση ότι θα τα καταφέρει, όπως και σε κάθε τι άλλο παράτολμο που σχεδιάζει. Άλλο που στο τέλος τα καταφέρνει μόνος του. 
Νιώθω ότι η μητρότητα είναι μια εμπειρία που αξίζει κάθε γυναίκα να ζήσει- εφόσον το κλωθογυρίζει στο μυαλό της. Και η γονεϊκότητα εν γένει, για να συμπεριλάβω και τους άνδρες. Γιατί όταν έχεις ο ίδιος φτάσει κοντά στην ατομική σου ολοκλήρωση, νιώθεις ότι όλη αυτή την εμπειρία του κόσμου θέλεις να τη μεταβιβάσεις κάπου, σαν πολύτιμο κληροδότημα. Φυσικά, δεν εννοώ σε καμία περίπτωση να εξαναγκάσεις ένα άτομο να ζήσει βάσει της δική σου εμπειρίας, αλλά να του δείξεις έναν κόσμο όπως εσύ τον κατάλαβες και να το παροτρύνεις να ανακαλύψει τις δικές του διαστάσεις. 
Επίσης, εμφορείσαι από συναισθήματα που με κανέναν άλλο τρόπο δεν μπορείς να γνωρίσεις και αυτά σε φέρνουν τον ίδιο πιο κοντά στην αυτογνωσία. Είναι άλλη μια πλευρά του εαυτού σου που δεν θα γνωρίσεις ποτέ αν δεν αποκτήσεις παιδί. Αρκεί να είσαι έτοιμος να ταξιδέψεις μαζί του και να μην είσαι ο ξεροκέφαλος εγωιστής της εφηβείας του "έτσι είμαι". 
Ξαναγεννιέσαι, γιατί μαθαίνεις να ξαναβλέπεις τον κόσμο με τα μάτια ενός παιδιού που εντυπωσιάζεται με ό, τι πρωτοανακαλύπτει: το φως, τα χρώματα, τις γεύσεις, τις υφές. Οι κοντόφθορες διαστάσεις σου, που συρρίκνωσες μεγαλώνοντας για να δώσεις χώρο σε άλλα πράγματα, διεύρύνονται εκ νέου, παράθυρα ανοίγουν και ξαναθυμάσαι πώς είναι να δοκιμάζεις τη ζωή πρώτη φορά. 
Θυμάσαι την αξία του παιχνιδιού, Καμιά φορά λέω πόσο μου είχε λείψει το παιχνίδι κι ευτυχώς που απέκτησα ένα παιδί για να παίζω μαζί του- μέχρι εκεί που εκείνο θέλει φυσικά. 
Αλλάζεις προτεραιότητες. Καθετί πραγματικά ασήμαντο μπαίνει στο περιθώριο. Η ζωή έχει προτεραιτότητα. Και δεν το λέω με ψυχαναγκαστικό τρόπο, ότι τώρα πρώτα απ όλα είναι οι ανάγκες του παιδιού, αλλά η ανάγκη του να υπάρξεις ως γονιός είναι πρωταρχική από το να πλύνεις πχ τα πιάτα ή να ανησυχείς συνεχώς για τα χρήματα. 
Γεμίζεις αισιοδοξία και δύναμη, βλέποντας ένα πλάσμα να χαμογελάει διαρκώς και να ξεκαρδίζεται με το πιο μικρό και ασήμαντο πράγμα, όπως πχ έναν ήχο. Πότε πρόσεξα τελευταία φορά ότι κάποιοι ήχοι είναι πράγματι αστείοι; Πότε σκέφτηκα ότι αυτή τη στιγμή κάνω κάτι σημαντικό, στέκομαι στα πόδια μου, μιλάω, τρώω μόνη μου, βλέποντας τον αγώνα ενός μωρού που με επιμονή και υπομονή μαθαίνει να κάνει το οτιδήποτε; Κάθε μου ενέργεια είναι τόσο δεδομένη που είτε την κάνω είτε δεν την κάνω είναι το ίδιο. 
Αντιλαμβάνομαι τη σημασία των λέξεών μου. Δεν είναι μόνο μια σειρά από σήματα επικοινωνίας, Έχουν νοηματικό βάθος, συναίσθημα, ένα ειδικό βάρος. Μόνο όταν τις προφέρεις για χάρη ενός μωρού το καταλαβαίνεις. 
Αυτοπροσδιορίζεσαι. Ποιος είσαι εσύ που θα γνωρίσει το παιδί σου; νιώθεις την ανάγκη να ασχοληθείς με όλες σου τις διαστάσεις, να υπάρξεις για να αποτελέσεις ένα πρότυπο για εκείνο. Όποιος λέει ότι η γονεϊκότητα σε αλλοτριώνει, αυτό που στην πραγματικότητα συμβαίνει είναι ότι είναι πολύ κουρασμένος και έχει αφεθεί να αλλοτριωθεί. Το να εξακολουθείς να είσαι κύριος του εαυτού σου ενώ είσαι γονιός, απαιτεί επαγρύπνηση. Εκεί που πας να αφεθείς, ο δαίμονας του εγωισμού σε αφυπνίζει. 
Νιώθεις φόβο, αλλά έναν φόβο που σε παροτρύνει να γίνεσαι καλύτερος, όχι φοβικός. 

Ποια εμπειρία μπορεί να σε ξαναφέρει σε σύγκρουση με τον εαυτό σου, που αποκοιμήθηκε ενώ ζούσε τη ρουτίνα; 
ένα κλάμα γεμάτο ζωή. 


Τρίτη, 17 Μαρτίου 2015

Τα παιδιά - θύματα (?)





Με αφορμή το πρόσφατο περιστατικό με την τραγική κατάληξη του φοιτητη Βαγγέλη Γιακουμάκη στα Γιάννενα, μερικές παρατηρήσεις για προβληματισμό.

Η φράση που ακούγεται όλο και πιο συχνά τα τελευταία χρόνια είναι το bullying, δηλαδή το "πείραγμα", το οποίο παίρνει διάφορες μορφές ανάλογα με το μέσο που χρησιμοποιείται. Έτσι έχουμε τον ψηφιακό εκφοβισμό, το σχολικό εκφοβισμό και γιατί όχι και άλλα είδη εκφοβισμού, που ούτε λίγο είτε πολύ συναντάμε παντού. 
Το ανελέητο πείραγμα, που πολλές φορές μπορεί να πάρει ανεξέλεγκτες και κάποτε δραματικές διαστάσεις για το "θύμα", δεν είναι φυσικά καθόλου καινούριο. Ανέκαθεν, ανάμεσα στις παρέες τις σχολικές, τις "φιλικές", αλλά ακόμα και ενδο- οικογενειακά ή στο στρατό για τα αγόρια, υπήρχε το "εξιλαστήριο θύμα", το "παιδί της σφαλιάρας", στο οποίο εκτόνωναν την... ενεργητικότητά τους και την υπέρμετρη αυτοπεποίθησή τους οι υπόλοιποι της παρέας. 
Ακόμα και ο κινηματογράφος έχει απαθανατίσει τέτοιες στιγμές, που όλοι θεωρούμε κωμικές, όπως για παράδειγμα του "παιδιού της φάπας" (βλ. εικόνα). Κάποιοι από μας ίσως ήταν οι αποδέκτες του πειράγματος και κάποιοι άλλοι τα πειραχτήρια. Πόσο αλήθεια απέχει αυτό από το να θεωρηθεί εκφοβισμός που μπορεί να οδηγήσει στην αυτοχειρία και σε ποιους παράγοντες οφείλεται; Ποιοι είναι οι "ένοχοι" και οι "συνένοχοι" του δράματος;

Τις μέρες αυτές και καθώς το δράμα ξετυλιγόταν σιγά σιγά, τα ΜΜΕ και τα ΜΚΔ (Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης) "κανιβάλισαν" το θέμα, αποδίδοντας αφειδώς ρόλους θυτών και θυμάτων, χωρίς ακόμα να έχει ολοκληρωθεί η έρευνα, χωρίς να έχουν αποδοθεί συγκεκριμένες κατηγορίες, χωρίς να υπάρχουν ονόματα ενόχων, αφού ασφαλώς κανείς δεν μπορεί να θεωρηθεί ένοχος, αν δεν αποδειχθεί πρώτα. Η λαϊκή ετυμηγορία έχει ήδη βγει, επομένως όλα είναι τελεσίδικα.. 
Είναι;

Για να φτάσει ένας άνθρωπος στο σημείο να βάλει τέλος στη ζωή του σημαίνει ότι έχει υπερβεί τα προσωπικά του όρια αντοχής. Ο Βαγγέλης δεν είναι το πρώτο "θύμα" του bullying, που επιλέγει το δρόμο της παραίτησης από ένα φορτίο μιας ζωής ταπείνωσης και αποτυχίας. Μέσα στο μυαλό ενός παιδιού ευαίσθητου η αποτυχία στα μαθήματα, το πείραγμα (που στη συγκεκριμένη περίπτωση φαίνεται ότι άγγιζε τα όρια του βασανισμού) και η ανικανότητα να αντεπεξέλθει σε όλα αυτά είναι "προφανείς" λόγοι,για τους οποίους κάποιος αποφασίζει να βάλει τέρμα στη ζωή του.
Το γεγονός αυτό πήρε μεγάλες δημοσιογραφικές διαστάσεις, αλλά δεν είναι το μόνο. Η Τόνι ήταν μόλις 15 ετών όταν αυτοκτόνησε (http://www.thetoc.gr/diethni/article/nekri-15xroni-thuma-bullying-oi-anthrwpoi-me-misoun), και ο Μάικλ 11 (http://www.patrasevents.gr/article/90219-11xronos-thima-bullying-ekane-apopeira-autoktonias). 

Νομίζω ότι αξίζει να σταθούμε όχι μόνο στο φαινόμενο του bullying, αλλά κυρίως στο ποια παιδιά πέφτουν θύματά του. Παρακολουθώντας την εξέλιξη της ιστορίας, δεν μπόρεσα να μην αναρωτηθώ, γιατί ένα παιδί 20 ετών δεν βρίσκει τρόπο διαφυγής από το αδιέξοδο, γιατί δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του.. Ο περισσότερος κόσμος έψαχνε να βρει ενόχους στον φοιτητικό περίγυρο του παιδιού (τους ηθικούς αυτουργούς της αυτοκτονίας), αλλά αυτή είναι μόνο μία παράμετρος. Σημασία έχει πώς ένα παιδί, όταν ακόμα είναι παιδί, μαθαίνει - ή δεν μαθαίνει- να υπερασπίζεται τον εαυτό του και το δίκαιό του. Ακόμα και τα παιδιά "θύτες", κάτι τέτοιο πιστεύουν ότι κάνουν. Υπερασπίζονται τον εαυτό τους απέναντι στις προσωπικές τους ανασφάλειες, προβάλλοντάς τες σε άλλους.  

Παρατηρώντας τους μαθητές μου, αλλά και αναλογιζόμενη τις προσωπικές μου εμπειρίες και παρατηρήσεις από τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια, δεν μπορώ να παραβλέψω το ρόλο που παίζει η οικογένεια στο μεγάλωμα ενός "θύματος" (ή ενός "θύτη", αντίστοιχα). Έχω ήδη αναφερθεί σε άλλη ανάρτηση στο "Σύνδρομο του Καλού Παιδιού" (ο όρος δικός μου) και στην καταπίεση που προϋποθέτει για να γίνεις ένα τέτοιο. Πρόκειται πραγματικά για μία παθολογική κατάσταση, κατά την οποία το παιδί εγκλωβίζεται στην "πρέπουσα" συμπεριφορά και πασχίζει πάντοτε να αντεπεξέλθει στην καλή εικόνα που έχουν σχηματίσει και οριοθετήσει οι άλλοι γι αυτόν. Κι αν το "κοστούμι πέφτει στενό", το "καλό παιδί" προσπαθεί να περάσει απαρατήρητο, να μην προσέξει κανεις ότι δεν τα καταφέρνει να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των ανθρώπων, των οποίων η γνώμη μετράει περισσότερο, στη συνείδησή του. Συνήθως, τα άτομα αυτά προέρχονται από την οικογένεια και το άμεσο οικογενειακό  και φιλικό περιβάλλον. Το παιδί γίνεται απολογητικό, ενοχικό,  χωρίς αυτοπεποίθηση και στη συνέχεια απομονώνεται και κατηγορεί τον εαυτό του για την ανικανότητά του και το νόημα που έχει να προσπαθεί να αντεπεξέλθει αρχικά κι έπειτα να ζει, αφού είναι ένας αποτυχημένος. Αυτή η συμπεριφορά πολλές φορές δεν ανησυχεί τους γονείς και τον περίγυρο, γιατί "είναι λογικό να μην τα καταφέρνεις, αφού δεν προσπαθείς, γιατί τώρα αισθάνεσαι άσχημα; " ή "εμένα το παιδί μου είναι ντροπαλό και ευαίσθητο" και άλλες τέτοιες παρανοήσεις. 
Όμως είναι άλλο πράγμα να είναι κανείς ταπεινός και τελείως διαφορετικό να νιώθει ταπεινωμένος. Είναι άλλο πράγμα να είσαι ευαίσθητος κοινωνικά και άλλο πράγμα να υποκύπτεις στο φόβο. 

Ένας άλλος παράγοντας που συμβάλλει στην θυματοποίηση των παιδιών είναι η υπερπροστασία τους... σε βαθμό κακουργήματος. Επειδή ο όρος "υπερ- προστασία" μπορεί να ερμηνευτεί ποικιλοτρόπως, εξηγούμαι: Υπερπροστατευτικός γίνεται κάποιος όταν δεν αφήνει το παιδί του να αναλάβει ευθύνες, να πάρει πρωτοβουλίες και να κάνει τα δικά του λάθη (χωρίς ωστόσο να ρισκάρει τη ζωή του). Όσο τα χρόνια περνούν, διαπιστώνω ότι το μέγεθος της προστασίας αυτού του είδους λαμβάνει επικές διαστάσεις. Τα παιδιά μεγαλώνοντας δεν έχουν ιδέα τι γίνεται στον κόσμο, δεν έχουν ιδέα για τα προβλήματα που καραδοκούν- ακόμα και τα δικά τους τα λύνουν οι γονείς τους- και φυσικά αγνοούν πλήρως τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν να επιλύσουν ένα πρόβλημά τους, γιατί "καθαρίζουν" οι γονείς. Ένα απλό παράδειγμα πρόσφατο που έχω είναι μιας μαθήτριάς μου, η οποία ήθελε να πάει στο στίβο να τρέξει και δεν ήξερε τις ώρες λειτουργίας. Όταν της είπα το προφανές, να πάρει, δηλαδή, τηλέφωνο να ρωτήσει μου απάντησε έντρομη "Κυρία, εγώ; Εγώ δεν μπορώ να πάρω.. ντρέπομαι! θα βάλω τον μπαμπά μου να πάρει". Η μαθήτρια αυτή είναι 16 ετών. Περιττό να πω ότι εξοργίστηκα με το μέγεθος της συστολής, η οποία όμως δεν βαραίνει μόνο την ίδια, αλλά την οικογένειά της, που πάντοτε αναλαμβάνει να της δημιουργεί ένα "ασφαλές" περιβάλλον, ώστε το μόνο που θα έχει να κάνει θα είναι να διαβάζει και να καλλωπίζεται.. Το ίδιο αυτό παιδί έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση (παρ` όλο που είναι καλή μαθήτρια, χωρίς να είναι "άριστη", και εμφανίσιμη). Σε άλλη συζήτηση που είχαμε, με αφορμή ένα πρόσφατο περιστατικό μιας έφηβης στην ίδια ηλικία που έμεινε έγκυος, αποκαλύφθηκε ότι- παρ` όλη την πρόσβαση στο διαδίκτυο, παρ` όλο που το σεξ ως θέμα προβάλλεται παντού, τα παιδιά έχουν άγνοια πάνω σε βασικά ζητήματα που το αφορούν. Έτσι, δεν ξέρουν ούτε να προστατευτούν ούτε να προστατέψουν τους άλλους. Δεν ήταν δική μου δουλειά να της εξηγήσω τα μέτρα αντισύλληψης, τις μεταδοτικές ασθένειες και την πρόληψή τους, τον εμβολιασμό για τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας, αλλά το έκανα, αφού το παιδί είχε απόλυτη άγνοια, μάλιστα της ακούγονταν όλα αυτά αποκαλυπτικά, εφόσον οι γονείς της δεν είχαν καν σκεφτεί να της μιλήσουν γι αυτό. Κι όμως, το παιδί αυτό είναι 16 ετών και κατά πάσα πιθανότητα, στο άμεσο μέλλον θα εξέθεται τον εαυτό του σε κίνδυνο, γιατί είτε από άγνοια είτε από συστολή δεν θα ζητούσε από το σύντροφό της να πάρει τα κατάλληλα μέτρα. 
Το παιδί δεν "ειναι μικρό για να ξέρει". Οι γονείς, που πολλά θέματα τα αντιμετωπίζουν ακόμα και σήμερα ως ταμπού  εγκληματούν πάνω στα παιδιά τους τα ίδια. 

Ένα άλλο ατόπημα, ακόμα σοβαρότερο κατά τη γνώμη μου, είναι που δεν διδάσκονται τα παιδιά να λύνουν μόνα τους τις διαφορές τους. Η γονεϊκή παρέμβαση σε έναν καυγά διδάσκει μόνο το ότι "κάποιος άλλος θα μου λύσει το πρόβλημα", επομένως δεν χρειάζεται ούτε να προσπαθήσει να εντοπίσει το δίκιο και το άδικο δεν αναλαμβάνει την ευθύνη όταν φταίει (για κάποιον ακατανόητο λόγο, το δικό μας παιδί δεν φταίει ποτέ) ούτε ξέρει πώς να υπερασπιστεί το δίκιο του. Η "φούστα της μαμάς" δεν μπορεί να προστατέψει από τους κεραυνούς που δέχεται ένα παιδί μεγαλώνοντας. Χρειάζεται καθοδήγηση μεν, αλλά όχι προστασία από την έκθεση. Απόδειξη ότι ο Βαγγέλης, ετών 20, μιλούσε καθημερινά με τη μητέρα του, αλλά αυτό δεν είχε κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα, μάλλον το αντίθετο. 
Ούτε φυσικά πρέπει κανείς να απορρίπτει το παιδί του, όταν δεν τα καταφέρνει να επιλύσει ένα πρόβλημα που το απασχολεί. Πολλά παιδιά διστάζουν να αναφέρουν ένα πρόβλημα από το φόβο μιας απαξιωτικής συμπεριφοράς των γονιών απέναντί του, επειδή δεν τα κατάφερε. Γι αυτό τα παιδιά πολλές φορές δεν μιλάνε. Όταν κάποιος παρατηρεί ένα υπερβολικά ήσυχο παιδί, που ποτέ δεν παραπονιέται για τίποτα, ας μην το παίρνει πάντοτε για καλό. Πρέπει να παροτρύνουμε τα παιδιά να μιλούν για όσα τα απασχολούν, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΤΑ ΚΡΙΝΟΥΜΕ όσο ανόητο κι αν μας φαίνεται αυτό που λένε. Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε πώς είναι να είσαι έφηβος, επειδή "το περάσαμε κι εμείς  και δεν κάναμε έτσι" (ασφαλώς και κάναμε, και ίσως χειρότερα, δεν είναι καθόλου κακό να το παραδεχόμαστε, το αντίθετο μάλιστα, δείχνουμε ότι δεν είμαστε "ατσαλάκωτοι" και ξερόλες, αλλά μάθαμε παθαίνοντας). 
Τα παιδιά χρειάζονται καθοδήγηση, όχι ποδηγέτηση.

Ένας λόγος που οι μαθητές μου μου εμπιστεύονται τα προβλήματά τους είναι γιατί ακριβώς δεν τους κρίνω, τους συμβουλεύω χωρίς να τους διατάζω, δεν απαξιώνω τα προβλήματά τους και όταν καμιά φορά υποπτεύομαι ότι κάτι συμβαίνει, πρώτη μιλάω εγώ, χωρίς να λέω "Πες μου τι έχεις" επιτακτικά, γιατί κατά πάσα πιθανότητα δεν θα μάθω ποτέ, αλλά αναφέροντας κάτι που με απασχολεί σχετικά με ένα θέμα (που κατά πάσα πιθανότητα είναι αυτό που τα απασχολεί τη δεδομένη στιγμή) και ζητάω την άποψή τους πάνω σ αυτό. Έτσι, τα παιδιά αντιλαμβάνονται ότι το πρόβλημά τους δεν είναι μόνο δικό τους αφ` ενός και αφ` ετέρου αποστασιοποιούνται από το δικό τους για να μπορέσουν να το δουν τελικά συνολικότερα και να εντοπίσουν μια συνολική λύση. Επίσης, τσαλακώνω την εικόνα μου, μιλάω για την εφηβεία μου, για όσα πέρασα, για το πώς τα αντιμετώπισα τότε, αλλά και αργότερα στην ενήλικη ζωή, κι έτσι νιώθουν περισσότερη εμπιστοσύνη να ανοιχτούν, παρά αν τους έδινα λύσεις - διαταγές, επειδή έχω πλέον την πείρα να το αντιμετωπίσω. Δρυός πεσούσης πας ανήρ ξυλεύεται... 
Τέλος, παροτρύνω τα παιδιά να κάνουν λάθη, να παραδέχονται την ήττα τους- είναι ένα συναίσθημα απολύτως λυτρωτικό- κι έπειτα να αναζητούν τρόπους βελτίωσης. Ο φόβος της αποτυχίας είναι το καταλυτικός παράγοντας στον τρόπο που βλέπουμε τη ζωή. Όταν ένα παιδί πάρει έναν κακό ή ένα μέτριο βαθμό, όταν αποτύχει σε έναν αγώνα, στο σχολείο, στην ομάδα, στη ζωή, είναι λόγος για να χαρεί στην πραγματικότητα. Λέω συχνά στους μαθητές μου ότι το λάθος μας κάνει να σκεφτόμαστε και το σωστό είναι τάφος. Λάθη δεν κάνει αυτός που δεν προσπαθεί. Τα λάθη μας κάνουν καλύτερους ανθρώπους. Πρέπει όλοι, ως εκπαιδευτικοί, ως άνθρωποι, ως γονείς, να απενοχοποιήσουμε το λάθος. Πρέπει να κάνουμε τους εαυτούς μας πρώτα και μετά τα παιδιά μας να καταλάβουν ότι το σφάλμα είναι λυτρωτικό, γιατί απαντάει σε μια ερώτηση που δεν κάναμε, μας αφυπνίζει. Το σωστό είναι όπιο. 
Κι έτσι φτάνουμε στο δια ταύτα, που είναι να δώσουμε στα παιδιά τα εφόδια να χαράξουν και να σχεδιάσουν τη δική τους ζωή. Προσοχή, όχι τη δική μας, όπως θα θέλαμε να την είχαμε ζήσει, τη δική τους, όπως την ονειρεύονται, με όποια αδιέξοδα μπορεί αυτό να συνεπάγεται. Τα παιδιά αισθάνονται εγκλωβισμένα και πραγματικά δυστυχισμένα, όταν οι γονείς τους χαράζουν το πλάνο της ζωής τους χωρίς τη δική τους συγκατάθεση. Έχω αντιμετωπίσει πολλές φορές παιδιά σε κατάσταση απόλυτου στρες και αποπροσανατολισμού, επειδή άλλο θέλουν να κάνουν κι άλλο "τους υποχρεώνουν οι γονείς τους να κάνουν". Κι εκεί αναρωτιέμαι, φωναχτά συνήθως, "κι εσύ γιατί τους ακούς; αφού δεν είναι αυτό που θες".. και τότε τα παιδιά με κοιτάζουν έκπληκτα γιατί στα 17 τους δεν είχαν σκεφτεί το ενδεχόμενο να είναι αυτόνομα και να παίρνουν αποφάσεις για τον εαυτό τους. Σε μια μαθήτριά μου, που σε κάθε μάθημα έκλαιγε, λίγο πριν δώσει εξετάσεις, όχι τόσο γιατί δεν θα τα κατάφερνε, αλλά γιατί την τρόμαζαν οι προοπτικές του να πέρασει σε μια σχολή που δεν ήθελε, αλλά δεν ήθελε και να απογοητεύσει τους γονείς της ή εμένα (επειδή η σχολή που ήθελε ήταν πιο χαμηλά και νόμιζε ότι θα απογοητευόμουν αν έγραφε χαμηλότερα ή πήγαινε σε χαμηλόβαθμη σχολή) , ευχήθηκα... να αποτύχει στην πρώτη της επιλογή. Το παιδί με κοίταζε με γουρλωμένα μάτια.. "Αφού δεν είναι αυτό που πραγματικά θες, εύχομαι να μην περάσεις" της είπα. Όχι μόνο γι αυτό, αλλά και γιατί φοβόταν την αποτυχία, ό, τι κι αν ήταν αυτό μέσα στο μυαλό της. Της είπα λοιπόν ότι μακάρι να αποτύχει τώρα παρά σε κάτι πιο σημαντικό στη ζωή της. Εν τέλει, η κοπέλα πέρασε στη σχολή που εκείνη ήθελε και ένα εξάμηνο μετά ήρθε να με ευχαριστήσει. "Με σώσατε", μου είπε επί λέξει..

Όλα αυτά για να καταλήξουμε ότι η θυματοποίηση ενός ατόμου ξεκινάει από πολύ νωρίς και είναι πολυπαραγοντική. Ένα παιδί που θα γίνει θύμα bullying, μια γυναίκα που θα πέσει θύμα παρενόχλησης, ένας άντρας που θα τον υποτιμήσουν στη δουλειά του, ένας περαστικός που θα κλέψουν αυτόν ανάμεσα σε δεκάδες άλλους "έχει τη στάση του θύματος", όπως έλεγε μια φίλη μου ψυχολόγος, γιατί εξωτερικεύει το φόβο του και ο "θύτης" ξέρει ότι δεν θα αντισταθεί. Κοινωνία αγγέλων δεν θα γίνουμε ποτέ.. ας θωρακίσουμε τουλάχιστον τον εαυτό μας και τα παιδιά μας.









Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

"Το σύνδρομο του καλού παιδιού"

"Το ξέρεις κι` εσύ, το να είσαι καλό παιδί χρειάζεται μεγάλη καταπίεση", λέει η Γλαύκη στο Λουκά, στην "Αίθουσα του Θρόνου". Πολλές φορές είχα ακούσει αυτή τη φράση, μια στιγμή όμως της έδωσα τη σημασία που της άξιζε, όταν για πρώτη φορά στη ζωή μου, πριν μερικά χρόνια, ήθελα όλα να τα αλλάξω, αλλά "δεν μπορούσα".
Γύρω μου υπάρχουν πολλοί άνθρωποι- μαζί με μενα, όλων των ηλικιών, με το "Σύνδρομο του Καλού Παιδιού". Δεν γνωρίζω αν υπάρχει τέτοιος όρος στην ψυχολογία, περιγράφει όμως βιώματα, εξαιτίας των οποίων πολύ από μας υποφέρουν ή υπέφεραν και που για τους περισσότερους παρερμηνεύονται ως αρετές. 

Τα "καλά παιδιά" λοιπόν, κανείς δεν τα γνωρίζει στην πραγματικότητα, έτσι όπως κυρτώνουν τη ράχη τους κάτω από το βάρος αυτής της ακριβά δωρισμένης "καλοσύνης". "Καλά παιδιά" γίνονται από επιταγή, όχι επιλογή. Οι προδιαγραφές τους ξεκινούν με το "να" ή το "να μην" σε προτρεπτική υποτακτική ή προστακτική. Η μηχανική τους λειτουργία αποσκοπεί στο να ικανοποιούν πρωτίστως τους γύρω τους και να ικανοποιούνται από την ικανοποίηση αυτή.
Μιλούν σαν τις κούκλες των εγγαστρίμυθων, όχι από ανικανότητα να εκφράστουν- άλλωστε είναι αυτεπαγγέλτως καλοί μαθητές- αλλά γιατί πρέπει να εκφράζονται με συγκεκριμένο τρόπο, παγερά ευγενικό ή εκβιαστικά εγκάρδιο: "τι σου έχω πει ότι λένε τα καλά παιδιά;". Οι ερωτήσεις που τους απευθύνονται, μοιάζουν σαν αυτές που οι αργόσχολοι απευθύνουν στις μάινες και τους βασιλικούς παπαγάλους "Είσαι, λοιπόν, καλό παιδί;". κι εσύ κοιτάς ενοχικά τους γεννήτορες ψάχνοντας απεγνωσμένα να επιβεβαιώσεις την πεποίθηση, πριν απαντήσεις ψιθυριστά, σχεδόν ενοχικά "ναί, είμαι...", τρέμοντας μήπως κάτι στη στάση ή στα λόγια σου αποδείξει το αντίθετο.
Τα "καλά παιδιά" είναι φαντάσματα. Προσπαθούν να περνούν απαρατήρητα, να είναι ήσυχα, διακριτικά και σε κάθε βήμα αλαφιάζονται μήπως πατήσουν τη νάρκη του σφάλματος και ακούσουν τη φωνή του αδέκαστου κριτή να τα κατακεραυνώνει: "κι εγώ που νόμιζα ότι ήσουν καλό παιδί...".Δεν τολμούν να ζητήσουν, να απαιτήσουν: "τι σου έχω πει; δεν είναι σωστό να ζητάς!". Δεν τολμούν να εκφράσουν τα συναισθήματά τους: "τα καλά παιδιά δεν θυμώνουν", "τα αγόρια δεν κλαίνε", "οι δεσποινίδες δεν μιλάνε άσχημα". Τι γυάλα με φορμόλη είναι πάλι αυτή η "δεσποινίδα"; 
Τα "καλά παιδιά" δίνουν εξετάσεις. Κάθε μέρα. Και καμιά φορά παίρνουν πτυχίο κοινωνικής έγκρισης, ιδίως συγκρινόμενα με τα "κακά παιδιά"- φίλους, αδέρφια, ξαδέρφια. Γι` αυτό έχουν πολλούς αντίζηλους και εχθρούς. Το leit motiv "είσαι καλό παιδί, γι` αυτό σε ζηλεύουν" ακούγεται σαν επιβράβευση στα χείλη των ειδημόνων.
Τα "καλά παιδιά" είναι καρμπόν. Γεννιούνται για να δικαιώνουν τους γεννήτορες. "Εμένα το παιδί μου θα γίνει...". Όταν αποκλίνουν κάπως, τα σμιλεύουν με υπομονή και κυρίως επιμονή, για να μην εμποδίζουν οι αιχμηρές γωνίες την κατρακύλα. Δεν έχουν χαρακτήρα, μόνο επιθετικό προσδιορισμό, λίαν επιθετικό κάποτε και στενό, σαν κακοραμμένο κοστούμι.
Τα "καλά παιδιά" δεν κρίνουν, για να μην κριθούν και αναιρεθεί κάποτε ο τίτλος τους και βρεθούν υπόλογα.
Πληγώνονται, αλλά δεν πληγώνουν. Όταν προκαλέσουν κάποιο πλήγμα, άθελά τους συνήθως, ζουν με τις ενοχές για χρόνια. Ακόμα θυμούνται κάποιο σπασμένο βάζο ή έναν λεκέ στο καινούριο χαλί.
Είναι εκεί για να βοηθούν, αλλά όχι για να βοηθιούνται. Άλλωστε είναι αρκετά δυνατά και τα καταφέρνουν μόνα τους, "δεν έχουν ανάγκη".
Ξέρουν να υπομένουν και να αυτο- θεραπεύονται. Τα "καλά παιδιά" δεν πρέπει να γίνονται φορτικά στους άλλους. Προβλέπεται τα προβλήματά τους να τα λύνουν μόνα τους.
Δεν κάνουν τίποτα που θα τσαλάκωνε την εικόνα τους, διαψεύδοντας στερεότυπες προσδοκίες. Δεν έχουν αυτοπεποίθηση, παρ` όλο που όλοι τα θεωρούν πρότυπα, γιατί ο εαυτός τους δεν τους ανήκει.
Υπερ- προσπαθούν να είναι υπερ- διακριτικά και γι` αυτό συχνά τα "καλά παιδιά" "είναι ψώνια".

Όμως...

Έρχεται κάποτε η στιγμή, για κάποια από αυτά- όχι όλα δυστυχώς-  που ένα τυχαίο πετραδάκι σπάει τη βιτρίνα. Και το καλό παιδί βγάζει το κεφάλι διστακτικά έξω από το κελί του. Φόβος και περιέργεια μαζί το κυριεύουν. Όταν κανείς δεν κοιτάζει, βγαίνει από το κελί και περπατάει στην πόλη. Απεκδύεται το στενό του κοστούμι, παίρνει βαθειά αναπνοή, όσο μπορεί. Γιατί το φόβο του παντεπόπτη οφθαλμού, που ελέγχει κάθε στιγμή τις πράξεις του και την ενοχή για όσα θα ήθελε να έχει ή να είναι την κουβαλάει μέσα του, την κρατάει από το χέρι. Δεν μπορεί να την απαρνηθεί, γιατί είναι η προέκτασή του. 
Πείθει όμως τον εαυτό του να δοκιμάσει.

Το πρόβλημα είναι να αντέξει την απορία, τον τρόμο και την αποστροφή στα μάτια των άλλων, όταν θα πει για πρώτη φορά "όχι", "δεν θέλω", " δεν μ` αρέσει", "δεν είμαι". Θα μαζευτεί, θα μετρήσει τις πληγές της απόρριψης, θα αναμετρηθεί με την ενοχή του να μην είναι πια και τόσο καλό παιδί. Θα κρυφτεί για λίγο πίσω από τη γνώριμη ασφάλεια της σιωπής, αλλά το πρώτο βήμα θα έχει γίνει ήδη. Και θα υπάρξουν κι άλλα. 
Το πρόβλημα είναι να μπορέσει να εκφράσει τα συναισθήματά του. Και πρόβλημα θα είναι και όταν τελικά το κάνει. Όταν θα πει με αυξανόμενη ένταση "φοβάμαι", "είμαι θυμωμένος", "σ` αγαπώ" και θα τα έχει όλα ξεβολέψει από το γνώριμο τόπο τους, στα παρασκήνια, ξεσκεπάζοντας την αμοιβαία καθιερωμένη υποκρισία. 
Το πρόβλημα θα είναι όταν θα του αρνηθούν τις απαντήσεις. Να συνεχίσει, να μη λυγίσει κι ας φοβάται ότι θα χρειαστεί να ζήσει για λίγο με το φόβο του "ενοχλητικού" και του "αδιάκριτου", με την ενοχή του θράσους.


Τα καλά παιδιά δεν θέλουν να πάνε στον Παράδεισο.. να ζήσουν θέλουν.... 



Καθημερινές συνομιλίες των καλών παιδιών με τον εαυτό τους:
-να μιλήσω ή να σωπάσω; μήπως φέρω κάποιον σε δύσκολη θέση; μήπως να το χειριστώ μόνος μου; καλύτερα μόνος μου...
-να πάρω τηλέφωνο; πρέπει να πάρω τηλέφωνο; μήπως ενοχλήσω; σίγουρα θα ενοχλήσω, ας με πάρουν εκείνοι, όταν θέλουν. Άλλωστε δεν είχα και τίποτα σημαντικό να τους πω...
-να του πω ότι είμαι περήφανη γι` αυτόν; μήπως με παρεξηγήσει; μήπως νομίσει ότι κάτι άλλο θέλω ή εννοώ; ας μην του το πω καλύτερα....
-να βάλω τη μπλε ή την πορτοκαλί μπλούζα; μήπως φανεί "κάπως";
να πάρω πρωτοβουλία; ή μήπως νομίζουν ότι "πήρα αέρα"; κι αν δεν πάρω, μήπως πουν ότι τεμπελιάζω; ας περιμένω ακόμα λίγο και θα δω...
- να πω ότι δεν πεινάω ή θα νομίζουν ότι δεν τους καταδέχομαι; ας φάω λίγο με το ζόρι...










Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

Το δάσος με τα Άλλοθι


Ένα δοκίμιο σαν παραμύθι....

Ξεκίνησα να γράφω στο χαρτί σκόρπιες σκέψεις (όχι και τόσο σκόρπιες, όπως αποδείχτηκε) και στην πορεία ένα μέρος του κειμένου επαναστάτησε, ζητώντας αυτονομία. Είπα να μην το αλλάξω κατά την ηλεκτρονική του μεταφορά. γιατί παρουσιάζει, νομίζω, αφηγηματικό, ψυχαναλυτικό και συνειρμικό ενδιαφέρον...

Καλή ανάγνωση και ραντεβού στην κορυφή...


"Θα ήθελα να είχα γεννηθεί πριν από 200- 300 χρόνια στην Ελλάδα, να την περιηγηθώ όπως οι παλιοί περιηγητές", έλεγα στο δρόμο της επιστροφής στην Αθήνα έπειτα από ένα ολιγοήμερο ταξίδι στη Φθιώτιδα.

Η σκέψη μου φάνηκε ρομαντική στην αρχή. Σήμερα αποτυπώνοντας στο χαρτί αυτές τις γραμμές, μου φάνηκε εντελώς ηλίθια.
Σκέφτηκα πόση αμάσητη προπαγάνδα χωράει σε μια τόσο μικρή σκέψη. Στο μυαλό μου την ώρα που εκστόμιζα την αυθόρμητη αυτή επιθυμία ήταν μια Ελλάδα σαν αυτή την ωραιοποιημένη εικόνα που παρουσιάζουν τα ρομαντικά ηθογραφικά διηγήματα-  τα οποία έχω την τύχη να διδάσκω και ξέρω πολύ καλά σε τι αποσκοπούν- κι ακόμα καλύτερη, εξιδανικευμένη, ενώ ξέρω πολύ καλά ότι αφ` ενός πριν από 300 χρόνια δεν υπήρχε Ελλάδα, όχι με την εννοια του εθνικού κράτους τουλάχιστον, κι ότι η εξιδανικευμένη της εικόνα θα είχε να κάνει κυρίως με τα μνημεία της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς, που τότε θα ήταν σε καλύτερη κατάσταση απ` ό, τι είναι σήμερα. Δεν είχα στο μυαλό μου τους ανθρώπους και τις συνθήκες που ζούσαν στο διάβα τριών αυτοκρατοριών. Θα ήταν ωραίο να δεις ένα κάστρο την εποχή που χτίστηκε, τα κάστρα είναι όμορφα και περιβάλλονται από μία ατμόσφαιρα μυστηριακή (ας είναι καλά τα παραμύθια), αντί να βλέπεις το σωρό των ερειπιών σήμερα και από κάτω, έξω από τα τείχη, ένα εξάμβλωμα πόλης. Μα πρέπει να αναλογιστεί κανείς ότι τα κάστρα δεν δημιουργήθηκαν για να παίρνουμε εμείς σήμερα φωτογραφίες ωσάν χαζοτουρίστες. Εξυπηρετούσαν τις αμυντικές ανάγκες της περιοχής και σε πολλές περιπτώσεις κατόρθωσαν να προστατέψουν τον πληθυσμό ή καταστράφηκαν εκ θεμελιων από πολιορκητές.
Πριν από 180 χρόνια περίπου θεμελιώθηκε το ελληνικό εθνικό κράτος, μικρογραφία του σημερινού. Ξεκινά τρεκλίζοντας και παραπαίοντας να συσταθεί και ο καθένας έχει μια δική του ιδέα για το πώς πρέπει να γίνει αυτό εφικτό. Οι ιδέες όμως είναι παιδιά όχι μόνο των οραμάτων αλλά και των συμφερόντων, γι` αυτό και η ελληνική πολιτεία παρέπαιε συχνά ανάμεσα στο "θα ήθελα να γίνει..." και στο "είναι συμφέρον να γίνει..." κι όταν τα οράματα και τα συμφέροντα είναι πολλά και αντιφατικά, ο πάσης φύσεω πόλεμος είναι αναπόφευκτός. 
Κάποιοι πίστεψαν ότι το κράτος οφείλει να τα καταφέρει μόνο του, στηριγμένο στις δικές του δυναμεις και προσπάθησαν να πολεμήσουν κάθε τι ξένο. Άλλοι ήταν πεπεισμένοι και εξαναγκασμένοι να (εξ)υπηρετούν τις ξένες- ή ανάλογα με τα ιστορικά συμφραζόμενα- συμμαχικές δυνάμεις, προσπαθώντας να φέρουν αυτό το εθνικό μόρφωμα στα μέτρα τους. Άλλοι προσπάθησαν να συμβιβάσουν τα πράγματα, να τα συγκεράσουν προς όφελος όλων, άλλοτε με επιτυχία κι άλλοτε με παταγώδη αποτυχία. 
Όπως κι αν έχει όμως το πράγμα, θα πρέπει να εμβαθύνουμε ψυχαναλυτικά στα μύχια της ελληνικής ψυχής- αν υπάρχει τέτοιο πράγμα και θα πρέπει να υπάρχει, αφού στα γεωγραφικά και εθνογραφικά πλαίσια μετέχουμε της ίδιας παιδείας- και της έλλειψής της- και της κουλτούρας εν γένει, για να κατανοήσουμε "Τις πταίει" επιτέλους...

Ας υποθέσουμε ότι βρισκόμαστε σε μία φυσαλίδα, η οποία περιδιαβαίνει τη χώρα διαχρονικά, είναι αθέατη και απυρόβλητη και από κει μέσα μπορούμε να παρακολουθούμε τα πράγματα όσο το δυνατόν αμέτοχοι. 
Ενώ εμείς έχουμε θέα από ψηλά, το πρώτο πράγμα που παρατηρούμε είναι οτι οι άνθρωποι αυτής της χώρας είναι κοντόφθωροι και μονοδιάστατοι. Βλέπουν, όπως λέμε, μέχρι τη μύτη τους. Αυτή η υπερμετρωπία είναι εκούσια και πολύ συχνά βλέπουμε το δέντρο και χάνουμε το δάσος.
Ας παρακολουθήσουμε, επί παραδείγματι, αυτή τη σκηνή: 

Ο γιος/ η κόρη μόλις έχει τσακωθεί με τους γονείς του/ της και τρέχει στο δωμάτιό του/ της, χτυπώντας πίσω του με πάταγο την πόρτα. Δεν στέκεται κανείς στην ουσία, την αρχική αιτία, αλλά στη συγκεκριμένη πράξη: "Μη μου χτυπάς εμένα την πόρτα!", σημειώνει ο γονιός εμφατικά, "γιατί θα δεις τι έχεις να πάθεις" κι από μέσα του "στο κάτω κάτω εγώ κάνω κουμάντο εδώ μέσα. Εσύ να κάνεις ό, τι θες  στο σπίτι σου" και στο τηλέφωνο "μα, να μου χτυπήσει εμένα την πόρτα;". Η ουσία όλου του πράγματος είναι στο κοπάνημα της πόρτας. Είμαι σίγουρη ότι πολλές φορές όλοι νιώσαμε την επιθυμία να κοπανίσουμε πίσω μας μια πόρτα, αλλά το θέμα δεν είναι η πόρτα, είναι το συναίσθημα που εκφράζεται με τον τρόπο αυτό, προϊόν ενός αισθήματος αδικίας, την οποία "αυτός που κάνει κουμάντο" κάθε φορά δεν φαίνεται να συμμερίζεται, οπότε επιτείνει το αίσθημα αυτό και στην ουσία κανείς μέχρι αυτή τη στιγμή δεν ασχολήθηκε με το "γιατί κάποιος να κοπανίσει μια πόρτα", σαν η πόρτα αυτή τη στιγμή να είναι το επίκεντρο του ενδιαφέροντος. 
Κάπως έτσι δημιουργούνται τα κοινωνικά στερεότυπα συμπεριφοράς, όπου στο ζεύγος ψυχαναλυτικής συμμετρίας πατέρας- γιος μπορούμε να τοποθετήσουμε αναλογικά τα ζεύγη άτομο- κοινωνία, κοινωνία- πολιτική, "κλέφτες και αστυνόμοι", ολυμπιακοί- παναθηναϊκοί, Άνω Παναγιά- Κάτω Παναγιά και πάει λέγοντας.
Κάθε φορά που χτυπάει μια πόρτα, γίνεται μια απεργία, πέφτει ξύλο, γίνονται τρομοκρατικές ή ρατσιστικές επιθέσεις νιώθουμε ότι η κοινωνική ισορροπία διασαλεύεται. Μόνο που αυτή η ισορροπία ΗΤΑΝ διασαλευμένη από πριν.ΤΩΡΑ απλώς βιώνουμε τις επιπτώσεις. Όταν για πρώτη φορά τσακωθήκαμε και κόψαμε τις γέφυρες επικοινωνίας, πιάσαμε από μία όχθη  να στρατοπεδεύσουμε και μείναμε να κοιτάζουμε αποσβολωμένοι τον Ρουβίκωνα των λαθών μας να κυλάει ορμητικά ανάμεσά μας. Και πώς να στεριώσεις νέες γέφυρες;Τίνος πρωτομάστορα η γυναίκα θα θεμελιώσει το γεφύρι ανάμεσά μας; και κυρίως δικός τους θα είναι ο πρωτομάστορας ή δικός μας; δικός τους, γιατί εκείνοι στο κάτω κάτω φταίνε..
Και οι μέρες κυλούν στις όχθες. Ο χείμαρρος άλλοτε κατεβαίνει ορμητικός, θολός, οργισμένος ποτάμιος θεός κι άλλοτε ήρεμος και κελαρυστός. Άλλοτε χωρίζει κι άλλοτε μοιάζει να θέλει να ενώσει. Μα ο ένοχος ανάμεσά μας δεν έχει βρεθεί ακόμα και η εμπιστοσύνη δεν έχει αποκατασταθεί.

Αρχείο:Jean Fouquet - Caesar Crossing the Rubicon - WGA08034.jpg

Στην αρχαία τραγωδία, για να προαχθεί η πλοκή και να οδηγηθεί το δράμα στη λύση του, έκανε την εμφάνισή του ένας από μηχανής θεός ή ένας αγράμματος αγγελιαφόρος ή ένας τυφλός μάντης, όπως- θυμάμαι- ένας παππούς 97χρονος στην Κρήτη που "δίδασκε" βιωμένη ιστορία και ανθρωπιά κι ένας βοσκός στα ορεινά της Οίτης που θα το είχε μεράκι να γίνει ιστορικός ή αρχαιολόγος, αλλά δεν το ομολογούσε και πού τόσα πράγματα είχε να αφηγηθεί για το πώς φτιάχτηκε ο σιδηρόδρομος ή για το πώς άνοιξε ο Δίας ένα φαράγγι νερό για να δροσίσει το γιο του τον Ηρακλή που καιγόταν από τον δολερό χιτώνα του Νέσσου. Κάτι τέτοιες φιγούρες εμφανίζονταν συχνά στις όχθες και μιλούσαν για όσα μπορούσαν να γίνουν για να φτιαχτεί και πάλι το γεφύρι, μα εκείνες τις μέρες το ποτάμι σαν να το έκανε επίτηδες και κατέβαζε τα φουσκωμένα νερά του με τρομερό πάταγο κι έπνιγε τα λόγια. Αυτοί, να ξέρεις, θα ναι τίποτα βαλτοί ή απλώς γραφικοί τρελοί. Πάντως έπρεπε να σωπάσουν. Ας τραβούσαν στα μαντριά τους, στα "κρυφά  σχολειά" της βιοπάλης κι ας τους άφηναν ήσυχους. "Εδώ, γέρο, έχουμε πόλεμο κι εσύ μας λες για την τέχνη του γεφυροποιού! Όταν γίνει ο πόλεμος και νικήσουμε τους από κει θα φτιάξουμε ένα μηχανικό γεφύρι, να περνάμε όποτε θέλουμε..."

Μα τα γεφύρια είναι γεφύρια, είναι απλωμένα χέρια που ενώνονται από βούληση, δεν είναι μηχανές. Αυτοί που κάθονται στις όχθες είναι όλοι τους κουλοί; 

Βούληση είπα και θυμήθηκα..

Είναι φορές που πιάνω τον εαυτό μου να μην ξέρει τι θέλει. Αγχώνομαι και θυμώνω που δεν μπορώ να αυτοπροσδιοριστώ. Μου λένε να μην αγχώνομαι, είναι πολλοί σαν και μένα, είναι φυσιολογικό. Το ότι είναι πολλοί δεν μου προσφέρει κανενός είδους εφησυχασμό. Το αντίθετο. 
Με κάνει να τρέμω στην ιδέα της εγκατάλειψης του εαυτού σε αδοκίμαστα χέρια. Γιατί όλο και κάποιος έρχεται πρόθυμος να σου δείξει αυτό που δεν ήξερες ότι χρειάζεσαι. Κάθομαι, λοιπόν, κάτω και βασανίζω τον εαυτό μου, τον ανακρίνω νυχθημέρον στο δυνατό φως της λάμπας αναγνώρισης. "Ποιος είσαι;" "Δεν ξέρω" "Τι θα πει "δεν ξέρεις"; μάθε, μάθε, μάθε..." Ανοίγω τα μάτια σαν από αιώνιο λήθαργο. Βρίσκομαι στην ίσαλο γραμμή της Αυτογνωσίας και το πλοίο μου μπάζει νερά. Μόλις χτύπησε στην ξέρα Άγνοια. Κάποιοι εκεί πάνω διψούν σπαρακτικά, μα στο πλοίο δεν αποφασίζουν να μπουν. Βυθίζεται. Χαίρομαι την πλημμύρα. Το πλοίο μου καταδύεται στα βάθη της συνείδησης και βυθοσκοπεί για πολύχρωμα κοράλια και μαργαριτάρια. Είναι θέμα οπτικής. Εκείνοι από πάνω με βλέπουν με θλίψη σαν ναυάγιο. Εγώ από κάτω τους βλέπω σα διψασμένους πάνω από ένα πηγάδι χωρίς σκοινί και τάσι για να ρίξουν και να σβήσουν τη δίψα τους. Είναι βλέπεις κι άλλο το πρόβλημα: ποιος θα πιεί πρώτος; όλοι διψούν το ίδιο. Κι άραγε ξέρει κανείς αν το νερό είναι πόσιμο; επιλέγουμε τη μοίρα του Ταντάλου... πιο βολική η γνώριμή μας δίψα.
Κάποτε σπρωγμένοι από την ανάγκη, οι δυο στρατοί κάνοντας εναλλάξ τα στραβά μάτια πηγαίνουν και κόβουν τους απαγορευμένους καρπούς ενός παράξενου δέντρου εξωτικού, που λέγεται Άλλοθι. Κανείς δεν ξέρει την προέλευσή του, ποιος το φύτεψε πρώτος, μα το σίγουρο είναι οτι οι καρποί του είναι εθιστικοί. Είναι άνοστοι, μα σε χορταίνουν προσωρινά και ύστερα σε κάνουν να θες κι άλλο, κι άλλο, κι` άλλο και κάποτε σπαταλάς τη ζωή σου ολόκληρη να βρεις τους σπάνιους κι εξωτικούς, εξαιρετικά εθιστικούς καρπούς. 
Ψηλά, πάνω από το δάσος με τα Άλλοθι, σε μια απόκρημνη κορυφή του όρους Αυτογνωσία είναι χτισμένος ένας ναός της Αγίας Γνώσης και το παρεκκλήσι της Οσίας Ιστορίας. Κάποιοι από τους στρατιώτες  στις όχθες του ποταμού Θυμού τα βράδια με πανσέληνο έλεγαν ιστορίες φωναχτά- για να ξορκίζουν τον ίδιο τους το φόβο- για τους ναούς αυτούς."Ήταν, λέει, στοιχειωμένοι από Δασκάλους που πολέμησαν ηρωικά κατά τον Γ΄ Σκοταδιστικό Πόλεμο. Μα τελικά βασίλεψαν η Αυτάρκεια και ο Κορεσμός, δίδυμα αδέρφια, παιδιά του βασιλιά Αλαζόνα, και τους Δασκάλους εξόρισαν στο όρος Αυτογνωσία. Τους καταράστηκαν μάλιστα να κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου και κανείς να μην τους ακούει. Τόσο είχαν θιγεί τα συμφέροντα των βασιλοπαίδων και των αυλοκολάκων τους. Λέγεται μάλιστα πως πριν από μερικούς αιώνες ένας εξ αυτών κατέβηκε κρυφά από την εξορία του, γυρνούσε ρακένδυτος από πόλη σε πόλη, από χωριό σε χωριό και από πόρτα σε πόρτα και προειδοποιούσε: "Δεν βλέπετε όπου το γένος μας αγρίευσεν από την αμάθεια και εγίναμεν όλοι ωσαν θηρία; Να κάμετε σχολεία, αδερφοί...". Μα η χλαπαταγή από τα πιρούνια και τα κουτάλια, τα χρυσαφικά και τα τσόκαρα κάλυπτε τη γέρικη θυμόσοφη φωνή του. Αιώνες τώρα γυρίζει σαν τον προάγγελο, μα όλοι κωφεύουν. Κι όταν γυρίζει αποκαμωμένος τις νύχτες στο ναό της Γνώσης και θυμιατίζει το παρεκκλήσι της Ιστορίας, οι συλλειτουργοί του Δάσκαλοι χτυπούν την καμπάνα λυπητερά: "μάθε, μάθε, μάθε...." Στα 1000 χρόνια κάποιο αλαφροΐσκιωτο αυτί τους αφουγκράζεται και παίρνει τον ανήφορο, μα εγώ ποτέ μου δεν άκουσα μήτε είδα κανέναν τους. Ακουστά έχω αυτές τις ιστορίες."
Όλοι στρέφουν τα μάτια στην κορυφή του βουνού και απορούν: "Μα υπήρχαν, αλήθεια, τέτοιοι υπεράνθρωποι; Τι σου ήταν εκείνοι οι Παλαιοί. Πνευματικοί γίγαντες. Εμείς εδώ στα πεδινά, νάνοι μπροστά τους..."
"Μπα, μην τα πιστεύετε αυτά!", φώναξε κάποιος άλλος με σταθερή φωνή. Να ήταν δικός τους ή δικός μας; "Προπαγάνδες και ψευτιές, για να μας αποπροσανατολίσουν!" 

Με τα λόγια αυτά κοιμήθηκαν όλοι εφησυχασμένοι.



http://www.youtube.com/watch?v=_qHCLm9ghCg&list=PL853E16AB336DC8C9



Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

Θυμού κράτει


Καιρό τώρα μένω κρυφός παρατηρητής των γεγονότων με ένα τρόπο δικό μου. Δεν βλέπω τηλεόραση και διαβάζω ελάχιστα εφημερίδα. Στ` αυτιά μου φτάνει μόνο ο μακρινός απόηχος των γεγονότων. Όλοι με ρωτούν: "Δεν είδες;", "Δεν έμαθες;", "Δεν άκουσες;". "'Οχι". Όχι, δηλαδή με τον τρόπο που εννοούν. Αυτό που κάνω, δίχως να είναι μια προειλημμένη απόφαση, αλλά μάλλον μια αδήριτη ανάγκη να κρατήσω αποστάσεις και να μείνω νηφάλια, είναι να παρατηρώ και να κατανοώ τα γεγονότα από τις αντιδράσεις των ανθρώπων γύρω μου, όχι από τα ίδια τα γεγονότα. Τα ίδια τα γεγονότα δεν έχουν τίποτα να μας πουν. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει να δεις το πριν και το αμέσως μετά.


Αυτό που παρατηρώ είναι ένας δήθεν θυμός. Δήθεν, γιατί στην ουσία του δεν βιώνεται, απλώς εκφράζεται ως τέτοιος για να "γαρνίρει" τις πεποιθήσεις και τις αντιδράσεις. Νιώθω ότι ακόμα κι αν υπήρχε θυμός, σιγά σιγά οι φορείς του έχουν φτάσει σε ένα σημείο παράδοσης. Αυτό δεν το λέω ως κάτι ανησυχητικό μάλλον, αλλά ως ανακουφιστικό, γιατί ο θυμός είναι γενικά κακός σύμβουλος και όταν ξεσπάει συνήθως είναι προϊόν αφιλτράριστων συναισθημάτων, απουσίας σκέψης και ανάγκης να μετατεθεί κάπου αλλού η ευθύνη. Σε καμία περίπτωση δεν συμβάλλει στη νηφάλια ανάληψη πρωτοβουλίας ή ευθύνης. Αν έμεινε ψήγμα θυμού, είναι από συνήθεια. Ίσως είναι και η αρχή μιας συνειδητοποίησης ότι ίσως υπάρχει συνυπευθυνότητα. Συνήθως αυτό το συνειδητοποιεί κανείς όταν ο θυμός περάσει και μείνει λίγο μόνος με τον εαυτό του.

Τα μέσα και οι "πολιτικές" κάνουν μια ύψιστη προσπάθεια να καλλιεργήσουν το θυμό για την εξυπηρέτηση κάποιων σκοπών. Όμως ο κόσμος δείχνει να έχει κορεστεί. Ακόμα και μια πρόσκαιρη "θύελλα αντιδράσεων" κοπάζει μετά από λίγο. Τίποτα δεν είναι αρκετό να μας θυμώσει αρκετά, ίσως και γι` αυτό να χρειάστηκε ένας φόνος για να "διεγείρει" από το λήθαργο, αλλά καταναλώθηκε κι αυτός, χωνεύτηκε και σε λίγο θα αφοδευτεί. Άλλωστε, ο κόσμος δείχνει να μένει στις εντυπώσεις κι όχι στα αίτια που τις δημιούργησαν ούτε στις ερμηνείες που δόθηκαν ούτε στις επιπτώσεις που προέκυψαν. Μοιάζει σα σκηνή από ταινία σπλάτερ, την επόμενη μέρα, όσο κι αν τρομάξαμε ή αηδιάσαμε στη θέα, τη διηγούμαστε μέσα σε γέλια για να ξορκίσουμε το φόβο μας..

Τι υπάρχει που δεν συνηθίσαμε;

Κάποιοι μιλάνε για το "δόγμα του σοκ", ότι ο καταιγισμός των γεγονότων αφήνει τον κόσμο εμβρόντητο και ανίκανο να αντιδράσει κι άλλες τέτοιες συνωμοσιολογικές μπαρούφες, μεγαλύτερου ή μικρότερου βεληνεκούς. Νομίζω ότι στην πραγματικότητα, αυτή την κρυμμένη και παρεξηγημένη πραγματικότητα, λουφάξαμε να χωνέψουμε το γεγονός ότι είχαμε άδικο. Γιατί πώς να το κάνουμε, "μονός καυγάς δεν γίνεται". Πήραμε το κόκκαλο της ενοχής και το γλύφουμε κρυφά πίσω από την πόρτα.
Τα έχουμε δοκιμάσει όλα και τίποτα δεν μας πιάνει, σαν τον Μιθριδάτη, που κατανάλωνε μικρές ποσότητες δηλητηρίου για να συνηθίσει τον οργανισμό του και να μην μπορούν να τον δηλητηριάσουν. Αυτό όμως δεν έχει πολύ μεγάλη σημασία όση έχει το γεγονός ότι ζούμε- ή φοβόμαστε ότι ζούμε- σε ένα περιβάλλον τοξικό. Διατηρούμε πάντα την ελπίδα ότι το δικό μας ποτήρι θα το πιεί τελικά κάποιος άλλος.
Ό, τι δεν μαθαίνω, έρχεται και παρέρχεται. Δεν αισθάνομαι για κάποιο λόγο ότι "έχω χάσει επεισόδια". Με τη δύναμη και την ικανότητα που μου δίνει η γνώση που διαθέτω, που δεν είναι και μεγάλη, αλλά τουλάχιστον μου παρέχει κάποια εφόδια για στοιχειώδη αυτοκριτική και κριτική σκέψη, τα αντιλαμβάνομαι, τα αξιολογώ, τα τοποθετώ στη θέση που τους ανήκει και τα προσπερνάω. Όχι ως μη γενόμενα, αλλά ως επαναλαμβανόμενα. Βαριέμαι να ασχοληθώ με πράγματα που επαναλαμβάνονται, ίσως γιατί από μικρή χόρτασα γκρίνια και αργά- αλλά όχι πολύ αργά- κατάλαβα ότι η γκρίνια είναι το όπλο των ανθρώπων που προτιμούν να μένουν άπραγοι και δεν θέλω να έχω σχέση με τέτοιους ανθρώπους. Ένα παράδειγμα,η γκρίνια- φόβος- θυμός για την άνοδο του φασισμού. Ανάλυση αρνούμαι να κάνω, απλώς παρατηρώ: μετά την οικονομική κρίση του 1929 που διασάλευσε την εμπιστοσύνη των ανθρώπων στη δημοκρατία και τους θεσμούς της, έκαναν την εμφάνισή τους τα φασιστικά καθεστώτα. Οι οικονομικές κρίσεις έχουν αυτή τη δυναμική, να τα αναμοχλεύουν όλα, και ο άνθρωπος, παρατηρούσε ο Θουκυδίδης στον πρόλογο του έργου του "Ιστορίαι" για τον Πελοποννησιακό πόλεμο, έχει την τάση να επαναλαμβάνει τα ίδια λάθη. Η ηγεμονία της Αθήνας "αφαίμαξε" οικονομικά τους συμμάχους της, που εν τέλει της κήρυξαν τον πόλεμο για να γλιτώσουν το δεσποτισμό της, το χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης έγινε ατομική βόμβα για την παγκόσμια οικονομία και ειρήνη και οδήγησε στον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο, ως έμμεσο απότοκο. Δεν βλέπω τι καινούριο συμβαίνει σήμερα για να εκπλαγώ. Είναι σαν τα βήματα στο χιόνι. Κάποιος τα "ανοίγει" και οι υπόλοιποι σκουντούφληδες βρίσκουν το δρόμο μέσα από τα δικά του.
Την εθελοτυφλία δεν την αντέχω. Στον κόσμο της πληροφορίας σιχαίνομαι την άγνοια και την ψευδαίσθηση ότι η πληροφορία, ιδίως η αμάσητη, είναι γνώση. Ε, λοιπόν, δεν είναι. O
Ο 14χρονος αυτιστικός Jacob Barnett, που "απειλεί να ανατρέψει τη θεωρία της σχετικότητας", όπως γράφτηκε (τι σημαίνει "απειλεί", άραγε; το ίδιο θα έλεγε κανείς και για τον Γαλιλαίο, ότι "απειλεί" να αποδείξει ότι η γη δεν είναι επίπεδη) επισημαίνει σε μια διάλεξή του: "STOP LEARNING, START THINKING!"

Ας σταματήσουμε να σκεφτόμαστε τον τροχό κι ας τον εφεύρουμε επιτέλους...


Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

ΣΠΑΡΤΑΘΛΟΝ 2013 - Αγώνας ψυχής




Συμμετείχα για δεύτερη φορά ως εθελόντρια φέτος (2013) στο Σπάρταθλον, στο cp 53 μαζί με ένα τσούρμο φίλους, με μοναδικό σκοπό και κίνητρο να βοηθήσουμε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο αριθμό αθλητών να φτάσει στον προορισμό του, στη γραμμή του τερματισμού, στο άγαλμα του Λεωνίδα στη Σπάρτη, να αγγίξει το πόδι του αρχαίου βασιλιά, που αυτοθυσιάστηκε στις Θερμοπύλες μαζί με τους 300 του, να κλάψει από συγκίνηση, να πιεί μια κούπα νερό από τον Ευρώτα και να αξιωθεί ένα στεφάνι ελιάς στο κεφάλι του. Μόνο αυτό και την ικανοποίηση ότι τα κατάφερε να διανύσει αυτά τα 246,5 χλμ. μέχρι τη Σπάρτη, δικαιώνοντας τον Ηρόδοτο και αποτίοντας φόρο τιμής στον ημεροδρόμο των Αθηναίων Φειδιππίδη, που έτρεξε από την Αθήνα στη Σπάρτη να ζητήσει βοήθεια για την αντιμετώπιση της πέρσικης επέλασης.
Δεν υπάρχουν επαρκή λόγια να περιγράψω αυτή την εμπειρία ως εθελόντριας- πόσο μάλλον να μεταφέρω στο ελάχιστο τα συναισθήματα των αθλητών είτε που τερμάτισαν είτε που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν κάπου στη διαδρομή. Θα κάνω μια προσπάθεια όμως, γιατί το θεωρώ σημαντικό για πολλούς λόγους. 

Το δικό μας check point (53) βρίσκεται λίγο μετά το χωριό Νεστάνη, στα 175,5 χλμ από την Αθήνα. Στη φάση αυτή οι αθλητές έχουν διανύσει σχεδόν τα 2/3 της διαδρομής, υπολοίπονται 69,5 χλμ. μέχρι τη Σπάρτη, περίπου όσο ενάμισης μαραθώνιος. Για να φτάσει κανείς μέχρι εκεί, από τις 9.30 μμ που ανοίγει μέχρι και τις 8.05πμ. που κλείνει το check point μας, έχει ήδη τρέξει από 14 ως 26 ώρες, από το Ηρώδειο μέχρι τον κόμβο της Νεστάνης, ενώ λίγο νωρίτερα έχει ανέβει και κατέβει το όρος πάνω από το Αρτεμίσιο. Το όριο τερματισμού στη Σπάρτη είναι οι 36 ώρες...
Ο πρώτος αθλητής o Ολλανδός Lantink φέτος έφτασε σε μας γύρω στις 11 το βράδυ, ακμαίος και βιαστικός. Ήπιε λίγο νερό μόνο και συνέχισε το δρόμο του. Όλοι περιμέναμε ότι θα έφτανε νωρίς στη Σπάρτη. ήταν το φαβορί. Πίσω του ερχόταν με σχετικά μικρή διαφορά ώρας ένας Πορτογάλος, ο Oliveira κι ακολουθούσαν με μεγάλη διαφορά από τους δύο πρώτους ένας Γερμανός κι ένας Ιταλός. Το πρώτο φαβορί, ο Αμερικάνος Morton  που είχε σπάσει το ρεκόρ στον αγώνα των 24 ωρών στην Αμερική, διανύοντας 270 χλμ., είχε από ώρα εγκαταλείψει, μετά από ατύχημα που του κόστισε έναν τραυματισμό στο γοφό. Στο cp 63, σχεδόν 30 χλμ. πιο κάτω από μας, ο Ολλανδός εγκαταλείπει (!!) και ο Πορτογάλος περνάει πρώτος.. είναι αποφασισμένος να κερδίσει αυτόν τον αγώνα και θα φτάσει στη Σπάρτη πρώτος σε 23,5 ώρες...
Συμπέρασμα πρώτο: στον αγώνα αυτό δεν υπάρχουν φαβορί. Είναι ένα παιχνίδι διανοητικό και κερδίζει αυτός που θα καταφέρει να υποτάξει το σώμα του στη θέλησή του, θα αναγνωρίσει τον άθλο και θα παραμείνει ταπεινός.  Ένας αθλητής, δεν θυμάμαι ποιος, μου είπε κατά τα ξημερώματα: "Μπορώ να αφήσω εδώ το κεφάλι μου και να πάρω μαζί μου μόνο τα πόδια;". Αλαζονείες δεν χωρούν κι όποιος την έχει μαζί του συνοδό υποφέρει κατά τη διάρκεια του αγώνα, αν τελικά η αλαζονεία του δεν τον νικήσει.
(Σημείωνω ότι ο αγώνας αυτός είναι πραγματικός και όχι επαγγελματικός. Δεν υπάρχει χρηματικό έπαθλο, οργανώνεται από εθελοντές και οι αθλητές πληρώνουν τη συμμετοχή τους και όλα τους τα έξοδα...)
Στον τερματισμό ο τρίτος και ο τέταρτος (Ivan Kudin και Thoms Stu) τερματίζουν μαζί, χέρι χέρι, μετά από 25 ώρες και 24 λεπτά. Γιατί να κάνεις κάτι μόνος, όταν μπορείς να το κάνεις με παρέα και να το απολαύσεις;
Με τον Ivan γελάσαμε μαζί στο cp 53. Προσπαθούσα να θυμηθώ κάτι ξεχασμένα ιταλικά, να του πω, καθώς άλλαζε μπαταρίες στο φακό του και γελούσε ενθαρρυντικά. Το στομάχι του ήταν χάλια, έψαχνε να βρει κάτι να πιεί για να μην τον πειράξει, παρ` όλα αυτά γελούσε σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Λίγο πιο κει στεκόταν η γυναίκα του, που τον ακολουθούσε από απόσταση για support... Ο Ivan έφυγε μετά από λίγο ευχαριστώντας μας για τη  βοήθεια που παρέχουμε στους αθλητές. "Χωρίς εσάς δεν θα τα καταφέρναμε", μου είπε. "Είναι τιμή μας που σας στηρίζουμε", του είπα, "μας εμπνέετε". 
Ήταν μεγάλη η χαρά μου όταν έμαθα ότι τερμάτισε μαζί με το φίλο του χωρίς κανένα πρόβλημα.

Η νύχτα ήταν μεγάλη και αρκετά δροσερή, κρυώναμε αλλά κανείς δεν σκέφτηκε να μπει στα αυτοκίνητα να κοιμηθεί ή να ξεκουραστεί. Αφού αυτοί ήταν έξω και συνέχιζαν, έξω θα ήμασταν και εμείς και θα τους περιμέναμε...
Επιτέλους και μια γυναίκα, είπα κάποια στιγμή. Ήταν η Szilvia Lubics από την Ουγγαρία. Μαυρισμένη και στυλάτη στάθηκε να πιεί κάτι. Μου φάνηκε κουρασμένη αρκετά.. Τερμάτισε πρώτη γυναίκα, στην πρώτη δωδεκάδα των αθλητών. 
Συμπέρασμα δεύτερο: η κούραση είναι μέγεθος σχετικό... έρχεται δεύτερη μετά την επιθυμία, ίσως και σε πιο χαμηλή θέση.
Σχεδόν όλες οι γυναίκες που πέρασαν από το  cp 53 τερμάτισαν (14 συνολικά).

Από μας πέρασαν περίπου 160 αθλητές. Τερμάτισαν 146 (+2 που έφτασαν μόλις 3 λεπτά μετά την επίσημη λήξη του αγώνα) από σύνολο 332 που είχαν ξεκινήσει από την Αθήνα. 

Συμπέρασμα τρίτο: σημασία έχει να τα καταφέρεις.. και ο τελευταίος αθλητής που άντεξε να είναι στο δρόμο επί 36 συνεχιζόμενες ώρες και να παλεύει με τον εαυτό του και τις συνθήκες, αξίζει ακόμα μεγαλύτερο σεβασμό από τον πρώτο, που τερμάτισε στις 23... 
Αλλά και να μην τα καταφέρεις, το γεγονός ότι μπήκες στη διαδικασία αυτής της σκληρής αναμέτρησης με τον εαυτό σου, "τεντώνοντας" το σώμα και το μυαλό σε όρια που δεν ήξερες ότι υπάρχουν, σε καταξιώνει ως άνθρωπο και ως αθλητή.

Ο φίλος μας ο Martin Cordoba από την Αργεντινή έφτασε στο cp 53 το πρωί, γύρω στις 8 παρά. Θα ήταν σίγουρα κουρασμένος, αλλά η χαρά του που μας έβλεπε ήταν μεγάλη.. Αγκαλιαστήκαμε. Ο Νίκος του είπε "Σήμερα είναι η μέρα σου. Θα φτάσεις στη Σπάρτη. Να σκέφτεσαι μόνο τον τερματισμό". 
"Ακόμα εδώ είσαι;" του λέω... γελάει και φεύγει.. θα τερματίσει στις 34 ώρες και 53΄.. η συγκίνησή μας ήταν μεγάλη, όταν τον είδαμε να φτάνει στο άγαλμα με ένα λαμπερό χαμόγελο και τη σημαία της Αργεντινής να κυματίζει πάνω από το κεφάλι του. Αγκαλιαζόμαστε ξανά, γελάμε και κλαίμε μαζί.. Είχε έρθει και πέρσι και δεν είχε καταφέρει να τερματίσει. Φέτος ήρθε καλά προπονημένος, αλλά δεν έφτανε μόνο αυτό. Μας είπε ότι πολλές φορές μετά το δικό μας cp σκέφτηκε να εγκαταλείψει, αλλά συνεχώς θυμόταν τα λόγια του Νίκου, να σκέφτεται μόνο τον τερματισμό και με τη σκέψη αυτή τα κατάφερε..
with Martin Cordoba
photo:  Nikolas Petalas

Συμπέρασμα τέταρτο: ένας καλός λόγος και η λαχτάρα να μοιραστείς αυτό που κατέκτησες δίνει μεγαλύτερο νόημα στη ζωή από ρεκόρ, φήμη και χρήμα, μας κάνει αυτό που δεν πρέπει να ξεχνάμε να είμαστε: άνθρωποι, όντα κοινωνικά και πολιτικά, όπως όριζε ο Αριστοτέλης.

Και τερμάτισε και ο Άγγλος που το στομάχι του ήταν σε κακά χάλια όλη τη νύχτα και μόλις είδε τον Αντρέα στον τερματισμό, τον αγκάλιασε και τον φίλησε, γιατί τον είχε σκεπάσει με μια κουβέρτα και τον ενθάρρυνε να συνεχίσει. 
Ακόμα ψάχνω να βρω και το παλικάρι εκείνο, του οποίου δεν είδα ούτε τον αριθμό ούτε τη χώρα, γιατί προσπαθούσα να τον παρηγορήσω, που έκλαιγε τις πρώτες πρωινές ώρες, ποιος ξέρει γιατί, ίσως ήταν φορτισμένος ψυχολογικά και σίγουρα κουρασμένος, ο πατέρας μου τον είχε αγκαλιάσει κι εγώ του έλεγα ότι λίγοι μπορούν να κάνουν αυτό που κάνει. "Θα σε δω το βράδυ στο πάρτι" του είπα, όταν ξεκίνησε να φύγει. Μακάρι να τερμάτισε.. 

Συμπέρασμα πέμπτο (άκρως υποκειμενικό): για πολλούς- τους περισσότερους- ένιωσα ότι τους άξιζε να τερματίσουν, γιατί ήταν άνθρωποι ταπεινοί και πραγματικοί αγωνιστές, πρότυπα για όλους εμάς. Στη στάση τους στο check point δεν παρέλειπαν να πουν έναν καλό λόγο και σε μας τους εθελοντές, παρ` όλη τους την εξάντληση. Ευγενικοί και δοτικοί, αισθάνονταν ευγνωμοσύνη γι` αυτό που τους προσφερόταν, με τα περιορισμένα μέσα που διέθεται φέτος η διοργάνωση. Και στο σημείο αυτό θα πω και το μικρό μου παράπονο... αγένεια και αχαριστία, όποτε τη νιώσαμε ήταν μόνο από ορισμένους έλληνες αθλητές και τα support τους... δεν θέλω να δώσω μεγαλύτερη έκταση απ` όση αξίζει σ` αυτό, γιατί πραγματικά δεν αξίζει, αλλά είναι σημείο έπαρσης κι αλαζονείας να θεωρείς ότι ο εθελοντής είναι υπηρέτης σου και μπορείς να ξεσπάς πάνω του τα νεύρα σου ή να γίνεσαι απαιτητικός και προσβλητικός... θα το δικαιολογούσα αν το έβλεπα κι από άλλους αθλητές, άλλων εθνικοτήτων, θα έλεγα ότι είναι απόρροια της κούρασης και του στρες, αλλά δεν το είδα αυτό σε κανέναν άλλο και το λέω με κάθε ειλικρίνεια. Με στενοχωρεί που τη συμπεριφορά αυτή την έχουν οι συμπατριώτες μου και με κάνει πάντα να σκέφτομαι "έτσι είναι η Ελλάδα και οι Έλληνες". Όταν τερμάτιζε κάποιος αθλητής που είχα δει νωρίτερα στο check point και τον είχα φροντίσει, αισθανόμουν ότι μας είχε πάρει όλους μαζί του νοερά και μας πήγαινε στον τερματισμό, ότι ήταν αποτέλεσμα συλλογικό, ενώ με τις περιπτώσεις αυτές, το αίσθημα του συναγωνίζεσθαι φάνταζε άγνωστη λέξη. Ας είναι...

Είναι μαγικό και συγκινητικό να βλέπεις τον αθλητή- που κάνει πραγματικό Άθλο- να φτάνει στο τέρμα. Και να έχει πάρει τον συναθλητή του από το χέρι, για να δίνει ο ένας κουράγιο στον άλλο μέχρι το τέλος και να βάζει το χέρι του συναθλητή του πρώτα στο πόδι του αγάλματος και μετά το δικό του, γιατί αν δεν ήταν εκεί ο ένας για τον άλλο, μπορεί να μην ήταν κανείς από τους δύο στον τερματισμό. 

Συμπέρασμα έκτο: δεν υπάρχουν θέσεις και σειρές, παρά μόνο θέση δίπλα μας...

 Κι ενώ μπορεί μέχρι εκείνη τη στιγμή να υποφέρει, να πονάει και να θέλει να εγκαταλείψει, τα πόδια του να έχουν βγάλει φουσκάλες και να έχουν πρηστεί, να έχει αφυδατωθεί και να χάνει τον προσανατολισμό του, να παραπατάει και να τρεκλίζει, μόλις μπαίνει στο τελευταίο χιλιόμετρο για τη Σπάρτη ξαφνικά η κούραση να φεύγει και να τα πόδια να βγάζουν και πάλι φτερά για να φτάσουν στο άγαλμα του Λεωνίδα και να αγγίξουν το πόδι του, να καταθέσουν ένα κλαδί ελιάς ή ένα ρόδι, να σηκώσουν ψηλά μια σημαία, μια φωτογραφία ενός αγαπημένου προσώπου, για χάρη του οποίου έφτασαν ως εκεί και του αφιέρωσαν τον αγώνα, το μωρό τους, τον αγαπημένο ή την αγαπημένη τους... και μετά να παραδοθούν στους νοσοκόμους, γιατί όταν πια το σώμα έχει κάνει το χρέος που το μυαλό του ανέθεσε, εγκαταλείπει τις δυνάμεις του και αφήνεται για φροντίδα.

...και κλαις κι εσύ μαζί του από χαρά και συγκίνηση, γιατί νιώθεις όπως ο γονιός, ο σύντροφος ο συνοδοιπόρος που βλέπει τον άνθρωπό του να κατακτά μια δύσκολη κορυφή της ζωής και σε καταξιώνει, όχι μόνο ως γονιό/σύντροφο ή συνοδοιπόρο, αλλά πρωτίστως ως ΑΝΘΡΩΠΟ...

Τα όμορφα πράγματα και τα σημαντικά γίνονται από λίγους και γίνονται αθόρυβα. Ας ψάξουμε να  τα βρούμε κι ας μην περιμένουμε να μας τα σερβίρουν, μαζί με άλλα πλαστικά. 

Την ίδια ώρα με τους τερματισμούς, στις τηλεοράσεις και στην Αθήνα διαδραματιζόταν το θέατρο του παραλόγου, εμετικές ειδήσεις και συνθήματα, "εμείς ή αυτοί" και άλλα ηχηρά παρόμοια.. η πραγματικότητα όμως ήταν στη Σπάρτη, στα 246,5 χλμ. 

Καλό αγώνα...