Loading...

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2012

Γιατί αρχαία ελληνικά;

"Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας"- Γ. Σεφέρης

Πολλές φορές αντιμετωπίζω στις τάξεις που διδάσκω αυτό το ερώτημα. Οι μαθητές μου, ιδίως εκείνοι που δυσκολεύονται με τις γλώσσες και τις γραμματικο- συντακτικές δομές, αδυνατούν να κατανοήσουν γιατί είναι σημαντικό να μαθαίνουν αρχαία ελληνικά, να μελετούν αρχαία κείμενα και να μαθαίνουν τη γραμματική και το συντακτικό μιας "νεκρής γλώσσας". Παρ` όλο που αυτή η σκέψη και μόνο ως τέτοια με ενοχλεί αφάνταστα, αντιλαμβάνομαι πιο είναι το κρυμμένο πρόβλημα πίσω από αυτήν την αντίληψη και σίγουρα  δεν  σχετίζεται με τα αρχαία ελληνικά μόνο, αλλά με την γενικότερη έλλειψη στόχευσης της σύγχρονης "εκπαίδευσης", η οποία στη μορφή που παρουσιάζει δεν είναι ούτε ανθρωπιστική ακριβώς ούτε και  τεχνοκρατική, αφού τα εφόδια που παρέχει κρίνονται ανεπαρκή- και δεν το λέω εγώ, το λένε οι έρευνες και η βιωμένη καθημερινότητα. Ο σημερινός μαθητής έχει υιοθετήσει την αντίληψη ότι πρέπει να ασπαστεί την "θρησκεία" της χρησιμοθηρίας, όπερ σημαίνει ότι θα μαθαίνει μόνο τόσα, όσα του είναι χρήσιμα για την επαγγελματική του αποκατάσταση και πολύ σπάνια ενδιαφέρεται να γίνει άνθρωπος καλλιεργημένος, με ευρεία μόρφωση και αντίληψη, με προσωπική γνώμη και πραγματική πνευματική ελευθερία. Οι ευθύνες, φυσικά, αποδίδονται στο σύστημα, που μόνο από ευφημισμό λέγεται "σύστημα", το οποίο υπηρετούν λίγο πολύ όλοι, και οι γονείς, που δίνουν έμφαση στο βαθμό και όχι στο περιεχόμενο, και οι καθηγητές με την παρωχημένη γνώση, την έλλειψη δημιουργικότητας και πρωτοβουλίας και την σε πλεόνασμα ανοία, και η πολιτεία, που κατευθύνει την εκπαίδευση με την ύλη και το χρονοδιάγραμμα, το κατά κόσμον "αναλυτικό πρόγραμμα"- αναλυτικό στην πενία του- που κρέμεται σαν τη δαμόκλειο σπάθη πάνω από τα κεφάλια διδασκόντων και διδασκομένων. Έτσι, οι μαθητές, που βρίσκονται μεσοστρατίς στην πορεία της εφηβείας, προσπαθούν ασθμαίνοντας να ανταποκριθούν σ` αυτές τις ασαφείς απαιτήσεις για να εκπληρώσουν ασαφείς στόχους ενός εξίσου ασαφούς μέλλοντος... 
Ποια να είναι η θέση των αρχαίων ελληνικών μέσα σ` αυτό το ομιχλώδες τοπίο, ιδίως για όσους δεν ακολουθούν θεωρητική κατεύθυνση,  για να μπουν σε μία από τις παραδοσιακές σχολές της;
Τροφή για σκέψη μου έδωσε ένα άρθρο που διάβασα πριν λίγες μέρες στην εφημερίδα http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=444199, για έναν καθηγητή του πανεπιστημίου της Γλασκώβης, του αποδημήσαντος πλέον Ντάγκλας Μακ Ντάουελ, ο οποίος κληροδότησε στο πανεπιστήμιο το ποσό των 2,4 εκατομμυρίων λιρών, προκειμένου να διατηρηθεί η έδρα αρχαίων ελληνικών στο εν λόγω πανεπιστήμιο. Το άρθρο αναφέρει, μεταξύ άλλων: Ο Μακ Ντάουελ ανέλαβε δράση με ριζοσπαστικές αλλαγές στο παραδοσιακό πρόγραμμα διδασκαλίας. Το 1972 εισήγαγε ένα γενικό μάθημα εισαγωγής στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό διδάσκοντας μέσα σε ένα εξάμηνο ιστορία, φιλοσοφία, τέχνη και αρχαίους έλληνες συγγραφείς σε μετάφραση. Ανοιξε την όρεξη πολλών φοιτητών που επιθυμούσαν να συνεχίσουν. Το 1974 προσφέρθηκε δεύτερο μάθημα. Το 1993 το τμήμα είχε τόσους φοιτητές ώστε το πανεπιστήμιο θέσπισε τετραετείς σπουδές πτυχίου αρχαίας ελληνικής φιλολογίας".
Στην Ελλάδα ανέκαθεν είχαμε τη συνήθεια να ευαγγελιζόμαστε τον αρχαίο μας πολιτισμό που έδωσε τα φώτα του στον υπόλοιπο κόσμο. Όταν έρχεται όμως η ώρα να συνδεθούμε ιδίοις κόποις με αυτόν, κάνουμε ό, τι περνάει από το χέρι μας να αποποιηθούμε την ευθύνη...
Ας προσπαθήσουμε λοιπόν, να επιχειρηματολογήσουμε υπέρ της εκμάθησης των αρχαίων ελληνικών.


Κατ` αρχάς, όπως κάθε φαινόμενο, έτσι και η γλώσσα έχει την ιστορία της και μέσω αυτής μπορεί να γίνει κατανοητή. Το να προσπαθούμε να τη δούμε σε κάθε ιστορική της στιγμή σαν κάτι αυτόνομο, χωρίς παρελθόν και μέλλον, είναι το ίδιο σαν να προσπαθούμε να γνωρίσουμε και να κατανοήσουμε έναν άνθρωπο χωρίς να λάβουμε υπόψη μας το παρελθόν του. Η γλώσσα είναι ένας ζωντανός οργανισμός, που προσαρμόζεται στις συνθήκες και εξελίσσεται μαζί με την κοινωνία, που τη χρησιμοποιεί ως κώδικα επικοινωνίας. Η ίδια κοινωνική ομάδα που δίνει έμφαση στην ιστορία της, για να μπορέσει να αυτοπροσδιοριστεί, δεν είναι δυνατόν να απαρνείται- ή ακόμα χειρότερα να απαξιώνει κι εν τέλει να αγνοεί συστηματικά- την ιστορία της γλώσσας της. Δέντρο χωρίς ρίζες είναι δέντρο νεκρό. Έτσι, δεν είναι η αρχαία ελληνική νεκρή γλώσσα, αλλά η νέα, όταν έχει την ψευδαίσθηση, χάριν ευκολίας, ότι έχει αποκοπεί από το παρελθόν της. 
Για τον ίδιο λόγο, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τις γραμματικές και συντακτικές μεταβολές. Μπορεί να "αγκομαχούμε" μπροστά στην ανηφοριά του αρχαιοελληνικού συντακτικού, όμως   αυτό δεν είναι παρά η δομή της γλώσσας, η οργάνωση της οποίας καταδεικνύει τις πιο λεπτές σημασιολογικές αποχρώσεις, όπως για παράδειγμα το φαινόμενο της δοτικής αντιχαριστικής, που μας βοηθάει να καταλάβουμε ότι αυτό που λέγεται είναι για τη βλάβη κάποιου, όχι μια τυχαία διατύπωση της δοτικής μέσα στο λόγο. 
Επίσης, γίνεται κατανοητή, σε συνδυασμό με τη γραμματική,  η μουσικότητα της γλώσσας. Τα αρχαία ελληνικά είναι λόγος προσωδιακός, οι ποσότητες των φωνηέντων και τα διπλά σύμφωνα απέδιδαν τη μουσικότητα του προφορικού λόγου και χωρίς τη γνώση αυτή δεν θα μπορούσαμε να ανασυνθέσουμε τον τρόπο ομιλίας της αρχαιότητας, μόνο να τον εικάσουμε. Σήμερα, με τα τεχνολογικά επιτεύγματα μπορούμε να καταγράφουμε τις γλώσσες και τα ιδιώματα εκείνα που τείνουν να εξαλειφθούν από την παγκοσμιοποίηση, αλλά και τη πληθυσμιακή συρρίκνωση των κοινοτήτων που τις μιλούν. Ο μόνος τρόπος για να διασώσουμε στην ιστορική μας μνήμη τις γλώσσες της αρχαιότητας είναι να τις μάθουμε.
Με τη γνώση των αρχαίων ελληνικών μπορούμε να ανασυνθέσουμε και τον τρόπο ζωής των αρχαίων, τα ήθη και τα έθιμα, την παιδεία, την κουλτούρα, τη σκέψη. Για παράδειγμα, από τις εγχάρακτες επιγραφές των αγγείων μαθαίνουμε ότι οι αγγειοπλάστες ήταν στην πλειονότητά τους ημιμορφωμένοι, γι` αυτό πολλές φορές έκαναν γραμματικά λάθη στις εγχαράξεις τους. Αυτό όμως είχε ως αποτέλεσμα, επειδή απέδιδαν στην ουσία την προφορική ομιλία- εν ολίγοις έγραφαν ό, τι άκουγαν- οι γλωσσολόγοι να  καταφέρουν να αποδώσουν την προφορική ομιλία. Με τον ίδιο τρόπο έγιναν γνωστές και οι μεταβολές στη γλώσσα ανά τους αιώνες. Για παράδειγμα, από την αρχαία ελληνική της κλασικής περιόδου ως την ελληνιστική Κοινή διαπιστώνονται πολλές μεταβολές τόσο στη γραμματική όσο και στο συντακτικό, αφού η ελληνική γλώσσα γίνεται η επίσημη γλώσσα της διοίκησης και γίνεται επιτακτική η εκμάθησή της από ετερόκλητους πληθυσμούς  σε ολόκληρη σχεδόν την Ασία και τη Βόρεια Αφρική. Το φαινόμενο του "ιωτακισμού", όπου τα διάφορα [i]- η, ι ,υ, οι, ει- συνέπεσαν στην προφορά, μας αφήνει να καταλάβουμε γιατί σήμερα έχουμε τόσα πολλά [i] στην ορθογραφία, τη διατήρηση της ιστορικής ορθογραφίας. Δεν προφέρονταν πάντα έτσι, αλλά μετά την καθιέρωση της ελληνικής γλώσσας ως επίσημης γλώσσας του ελληνιστικού κράτους, καθώς παρουσιάστηκε μεγάλη δυσκολία στην εκμάθησή της από διαφορετικές εθνότητες, απλοποιήθηκε σε όλα τα επίπεδα: φωνολογικά, γραμματικά, συντακτικά. Έτσι, μέσα από την εξελικτική πορεία της γλώσσας παρατηρούμε και τις ιστορικο- κοινωνικές μεταβολές.
Από την άλλη πλευρά, συχνά αναφερόμαστε  στον πλούτο της ελληνικής γλώσσας, που υποτίθεται ότι περιέχει κάποια εκατομμύρια λέξεων. Προσωπικά αγνοώ πλήρως πόσες λέξεις έχει το ελληνικό λεξιλόγιο από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, ξέρω όμως τούτο: ότι στην καθημερινότητά μας- τόσο στον προφορικό όσο και στο γραπτό λόγο δεν χρησιμοποιούμε παρά μόνο μερικές εκατοντάδες λέξεις κι αυτές τείνουν στη μείωση. Ποια λοιπόν η σημασία της αναφοράς αυτής επί της ουσίας; γιατί αντιτείνουμε το λεξιλόγιο της ελληνικής γλώσσας, για να τεκμηριώσουμε την υπεραξία της έναντι άλλων γλωσσών, όταν την αγνοούμε επιδεικτικά; αν υπάρχει κάποια σημασία σ` αυτό, θα έπρπε είναι το ότι στην ελληνική υπάρχει σημασιολογική επάρκεια. Οι Άγγλοι λένε για κάτι που δύσκολα περιγράφεται "Greeks would have a word for that". Οι αρχαίοι ημών, για να περιγράψουν με ακρίβεια το οτιδήποτε, δημιουργούσαν την κατάλληλη λέξη "παίζοντας" με το βασικό λεξιλόγιο και τις προθέσεις, τα επιρρήματα και τα διάφορα επιθήματα. Έτσι, ο Κριτίας μιλάει για τον Θηραμένη στη δίκη του δεύτερου και τον δείχνει με το  δάχτυλο λέγοντας: "Θηραμένην τουτονί" και είναι αυτό το -ι στην κατάληξη σημαίνει "εδώ" : "αυτόν εδώ, το Θηραμένη" ή ο Ξενοφώντας όταν περιγράφει την κίνηση του αθηναϊκού στόλου χρησιμοποιεί όλες τις εκφάνσεις του ρήματος "πλέω", για να δείξει τον τρόπο κίνησης: περιπλέουν, που θα πει "πλέουν γύρω", επιπλέουν- πλέουν εναντίον, διαπλέουν- πλέουν δια μέσου, εκπλέουν, προσπλέουν, καταπλέουν... Είναι τα "πομφολυγοπαφλάσματα" και τα "φληναφήματα" του Αριστοφάνη, που περιγράφουν ηχομιμητικά τα άσκοπα λόγια που μοιάζουν με τους ήχους των κυμάτων, θόρυβοι χωρίς νόημα.... ποια μετάφραση μπορεί να αποδώσει αυτό το νόημα και τη μουσικότητα των λέξεων; ποιος ήξερε ότι οι συλλαβές της παρόδου- του άσματος του χορού της αρχαιοελληνικής τραγωδίας, όταν μπαίνει στην ορχήστρα- είναι μετρημένες, ώστε να  ξεκινούν με την είσοδο του κορυφαίου και ολοκληρώνονται μόλις σχηματιστεί ο κύκλος του χορού πάνω στην ορχήστρα; ότι στην ουσία κάθε μετρικός πόδας, όπως λέμε, είναι μετρημένα βήματα; 
Και κάτι ακόμα... πόσες φορές θελήσαμε να διανθίσουμε με αρχαία αποφθέγματα και ρητά το λόγο μας για να του δώσουμε κύρος; Στην ουσία αντιλαμβανόμαστε τη σημασία του, αλλά αρνούμαστε να μοχθήσουμε, για να κατακτήσουμε κάτι που θα μας κάνει στην ουσία πιο επαρκείς ομιλητές και ικανούς συνομιλητές.
Πώς είναι δυνατόν να τα αγνοούμε όλα αυτά; την ομορφιά των κειμένων και των λεπτών νοηματικών αποχρώσεων που αποδίδουν; να αγνοούμε τη γλώσσα που γέννησε τη φιλοσοφία, την επιστήμη, το θέατρο και αποτέλεσε το θεμέλιο για τη δημιουργία της λατινικής κι από κει των λατινογενών γλωσσών; Όχι να ξέρουμε απλώς ότι το έκανε, επειδή το ακούσαμε να το λένε στην τηλεόραση  ή από όσα ακούγονται και λέγονται από ειδήμονες και μη, αλλά επειδή το είδαμε στην πράξη και πάνω απ` όλα κατανοήσαμε γιατί σήμερα είμαστε αυτό που είμαστε, λέμε αυτό που λέμε και σκεφτόμαστε με τον τρόπο που σκεφτόμαστε. κάποιοι έθεσαν τα θεμέλια του ελληνικού χαρακτήρα και δεν γίνεται να ξεθεμελιώσουμε το οικοδόμημα στο οποίο στεγάζουμε την ύπαρξή μας. Πώς θα αντιπαρατεθούν, θα διαλεχθούν, θα φιλοσοφήσουν οι επερχόμενες γενιές, όταν τα greeklish θα έχουν αντικαταστήσει το μουσικό λόγο της ελληνικής με ένα τερατώδες γλωσσικό υβρίδιο; Ακούγεται υπερβολικό, το ξέρω, όμως από τη στιγμή που σήμερα, σε αφιέρωμα- έρευνα που διάβασα σε περιοδικό, οι καθηγητές έχουν φτάσει στο σημείο να διορθώνουν greeklish στις εκθέσεις των μαθητών, δεν είναι και τόσο μακρινό σενάριο...
Για να θυμηθώ  το Γιώργο Ιωάννου, όλοι έχουμε νιώσει κατά καιρούς συγκίνηση όταν σε κάποια εκσκαφή για τη θεμελίωση και ανέγερση ενός σύγχρονου κτιρίου έχουν αποκαλυφθεί αρχαιότητες, όπως το Λύκειο του Αριστοτέλη με τα έργα του μετρό, και  έχουμε νιώσει οργή ή/και θλίψη, όταν οι εργολάβοι έχουν επιχωματώσει την έκταση για να χτίσουν από πάνω μια πολυκατοικία. Φανταστείτε να γίνεται αυτό στα λόγια μας...


http://www.youtube.com/watch?v=5ivG8EEwhjk


Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

Μνεία στην εμπνεύση- μέρος 1ο:Μουσική

Όσοι με ξέρουν, γνωρίζουν πολύ καλά ποια πράγματα και ποια πρόσωπα είναι εκείνα που με εμπνέουν και μου δίνουν δύναμη και ελπίδα... Ξέρουν, επίσης, ότι τα υπερασπίζομαι μέχρι τελευταίας ρανίδας δακρύου και αίματος... άλλοι το λένε κόλλημα και εμμονή.. εγώ το λέω πίστη και αφοσίωση.
Ήθελα εδώ, λοιπόν, να αναφερθώ σε κείνους τους ανθρώπους και τα πράγματα που έχουν συμβάλλει και ακόμα συμβάλλουν στο να γίνομαι καλύτερος άνθρωπος, πιο ολοκληρωμένος, με ευαισθησίες, καλλιεργημένος. Θα μιλήσω για εκείνους που ίσως ποτέ δεν θα μου δοθεί η ευκαιρία να τους πω πόσο πολύ τους ευχαριστώ και τους αγαπώ. 

- Παντελής Θαλασσινός
Ακόμα θυμάμαι εκείνο το καλοκαίρι στο χωριό, που ο ξάδερφός μου μου έγραψε μια κασέτα με τα τραγούδια που μόλις είχαν κυκλοφορήσει, από το αγαπημένο "Από την Τήλο ως τη Θράκη", και μαζί κάποια τραγούδια της Μελίνας Κανά. Ήταν το 1999...
Τον Παντελή τον ήξερα από μικρή, χωρίς να το ξέρω, αφού ήξερα τα τραγούδια των Λαθρεπιβατών, που ήταν δημοφιλή τη δεκαετία του `80 και παραμένουν μέχρι σήμερα. Όμως εγώ ήμουν παιδί της ποπ δεκαετίας του `80 και του `90, φανατική οπαδός των "τραγουδιών" και των "καλλιτεχνών" της μαζικής παραγωγής της εποχής. Βέβαια, η κριτική γίνεται αναδρομικά, αφού τότε αυτά τα τραγούδια θεωρούσα σημαντικά, αυτά με εξέφραζαν.. άλλωστε ήμουν αρκετά μικρή και έχω το ακαταλόγιστο...
Το καλοκαίρι του `99, όντας πλέον φοιτήτρια, βρισκόμουν σε ένα μεταβατικό στάδιο, ένα στάδιο αναζήτησης ταυτότητας, με τρόπο πιο επιτακτικό από αυτό της εφηβικής ηλικίας. Σ` αυτό συνέβαλαν κάπως και οι σπουδές μου στη φιλολογία, που με έκαναν να συνειδητοποιήσω ότι τα εύκολα λόγια και οι ρίμες του αέρα δεν αγγίζουν την καρδιά ούτε φυσικά το νου, ενώ σε όλη μου τη ζωή, από τότε που γεννήθηκα, η αρμονία μιας μουσικής με συνοδεύει στις χαρές και τις λύπες μου, στον ύπνο και τον ξύπνιο μου. Έπρεπε να κάνω και ` κει μια προνομιακή επένδυση. Λέω " έπρεπε" σαν χρέος στον εαυτό μου. Έτσι ξεκίνησε η γνωριμία μου με το έντεχνο τραγούδι και τη μουσική και από τότε ξεδιπλώνεται στο νου και στην καρδιά μου ένας μαγικός κόσμος.
Ένα γουόκμαν και κάμποσες κασέτες με τραγούδια του Παντελή με συντρόφευαν παντού και πάντα- σε διακοπές, στο διάβασμα, στο λεωφορείο, στο δωμάτιό μου στην εστία- κι επένδυαν μουσικά το φιλμ της ζωής μου, μου έκαναν παρέα και με βοηθούσαν να κατευνάσω τους φόβους και το θυμό μου, να εκτονώσω τις λύπες μου και να εκφράσω τις χαρές μου, να δημιουργήσω αναμνήσεις, να ονειρευτώ, αλλά και να εξασκηθώ σε διαφορετικά ακούσματα, να διευρύνω τους μουσικούς μου ορίζοντες- ως ακροάτρια πάντα, σπάνια δε και σαν "στιχουργό", αφού κάτι με παρακινούσε να κάνω κι εγώ δοκιμές, σκαριφήματα πες καλύτερα, για να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου και να μετουσιώσω την έμπνευσή μου. 
Έπειτα, ήταν η χαρά της αναμονής της συναυλίας και η μετάδοση της θετικής ενέργειας μιας πρόσχαρης μορφής και μιας πάντα ευδιάθετης μπάντας. Τα καλοκαίρια συνοδεύτηκαν από εμφανίσεις στο θέατρο του ΕΗΜπου δεσπόζει ψηλά, πάνω από την πόλη των Ιωαννίνων με θέα την Παμβώτιδα- ακόμα σε θυμάμαι να κάθεσαι σε ένα σκαμπό και να τραγουδάς μέσα σε κατανυκτική ησυχία το "Ο πατέρας μου" με μόνη την κιθάρα σου- ή στο θέατρο Πέτρας ή στο Λυκαβηττό πέρσι. Και οι χειμώνες δημιουργούσαν αυτή την αίσθηση της μουσικής θαλπωρής, που συνοδεύεται πάντα από την αδημονία μιας καινούριας δουλειάς που προμηνύεται...
Αυτό όμως είναι το ελάχιστο...
Μέσα από τις δουλειές του είχα την ευκαιρία να μάθω πολλά πράγματα για τη μουσική, κι ας μην ξέρω παρά τα ονόματα από τις νότες. Πέρα από την απόλαυση  αυτής της στεντόρειας φωνής του Παντελή, που όποιος τον ακούει λέει ότι τον ταξιδεύει, έμαθα να ακούω μουσική επί της ουσίας. Να δίνω έμφαση στην ενορχήστρωση και να απολαμβάνω τον κάθε ήχο ξεχωριστά. Όταν κυκλοφόρησε το "Στης καρδιάς μου τ` ανοιχτά", θυμάμαι που καθόμουν στο σκοτάδι κι άκουγα το cd κι όταν δεν έχεις κάτι άλλο να σου αποσπάει τη βλεμματική προσοχή, οξύνεται η ακοή σου και αρχίζεις να ξεχωρίζεις τους  διαφορετικούς ήχους, που μπαίνουν σταδιακά στη σύνθεση. Αγάπησα τα παραδοσιακά όργανα κι από τότε μέχρι σήμερα γυρίζει συνεχώς στο μυαλό μου μια επιθυμία που παραμένει σταθερή σε ένταση, να μάθω κανονάκι, μόνο και μόνο για να μπορώ να αναπαράγω αυτό το θαλασσινό ήχο μέσα στους τοίχους του σπιτιού μου. 
Από το ίδιο cd έμαθα το Χρόνη Αηδονίδη και σιγά σιγά έστρεψα το ενδιαφέρον μου στο δημοτικό τραγούδι, που έτυχε εκείνη την εποχή να το διδαχθώ- ακροθιγώς- στο πανεπιστήμιο. Ομολογώ ότι περισσότερα πράγματα έμαθα μέσα από τη μουσική γι` αυτό, παρά από τη σχολή. 
Μία ακόμα ανεκτίμητη προσφορά του σε μένα είναι ότι μέσα από τις δικές του δουλειές γνώρισα τις μουσικές και τις φωνές σπουδαίων καλλιτεχνών, νεότερων και παλαιότερων- το Τρίφωνο, το Σταμάτη Χατζηευσταθίου, τη Μάρθα Μαυροειδή, το Βασίλη Σκουλά- αλλά και στιχουργούς- όπως τον μεγάλο και αείμνηστο Ηλία Κατσούλη- μουσικούς, όπως τα καταπληκτικά παιδιά της μπάντας του. 
Ακόμα και από την καλλιτεχνική επένδυση των cd, που επιμελούνται καλλιτέχνες, όπως ο Γιαλούρης και η Γιούλα Ροζάκου, που φιλοτέχνησε το "Καλαντάρι", μπορεί κανείς να έρθει κοντά και σε άλλες καλλιτεχνικές μορφές. Γι` αυτό τον θεωρώ ολοκληρωμένο καλλιτέχνη, γιατί είναι άνθρωπος της προσφοράς σε όλα τα επίπεδα, δεν φείδεται ούτε απέναντι στους ομότεχνούς του ούτε απέναντι στο κοινό του. Και εκτιμώ το ότι ως κοινωνικό και πολιτικό ον παίρνει θέση απέναντι στα πράγματα, θέτει προβληματισμούς και προτείνει. 
Για όλα αυτά και για όσα θα επακολουθήσουν και για άλλα, που δεν είναι η θέση τους να αναφερθούν στο blog, νιώθω χαρά, ευγνωμοσύνη και απέραντη αγάπη για όσα πρεσβεύει... 
Να είσαι πάντα καλά!

http://www.youtube.com/watch?v=jshWYC-fujY





















































Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2012

Το ψηφιδωτό των ανθρώπων

Χτες βράδυ, σε χρόνο ανύποπτο, γιατί δεν σκεφτόμουν κάτι συγκεκριμένο, μου έσκασε μια σκέψη από το πουθενά, όπως εκείνα τα πράγματα που σε ξαφνιάζουν ευχάριστα...
Σκεφτόμουν για τους ανθρώπους, ότι από τον καθένα που γνωρίζω και συγκαταλέγω στους οικείους μου, παίρνω κάτι, μια μικρή ψηφίδα, και την κάνω κομμάτι μου, από την πιο απλή συνήθεια μέχρι την πιο σπουδαία σκέψη, μια ατάκα, ένα στίχο, μια έκφραση. Καθώς, λοιπόν, γράφω, όλα αυτά τα κομμάτια των ανθρώπων μου βρίσκουν θέση στις κενές σειρές των σκέψεων και είναι σαν να μιλάμε όλοι μαζί, όχι σαν οχλαγωγία, αλλά σαν μια μεγάλη παρέα, όπου ο καθένας συνεισφέρει με τον πνευματικό του οβολό. Σκεφτόμουν ότι δεν είμαι ένας μόνο άνθρωπος, γι` αυτό έχω ευθύνη γι` αυτούς που κουβαλάω μέσα μου...
 Και καθώς κλωθωγυρνούσα αυτά στο μυαλό μου, θυμήθηκα- κι` ένιωσα έντονα- αυτό που ο Γιώργος Ιωάννου περιγράφει στους "Προσφυγικούς Συνοικισμούς" του, τις ράτσες των ανθρώπων με τα  σουσούμια και την ιδιαίτερη ομιλία τους, για τους οποίους αισθάνεται ότι σχεδόν ποτέ δε λαθεύει, τόση είναι η σιγουριά του, που απορρέει από την τρυφερή παρατήρηση, αποδοχή και ταύτιση με τους ανθρώπους των προσφυγικών συνοικισμών. Ο λόγος που ξέρει να περιγράφει τις μορφές των ανθρώπων- τους οποίους έχει καταλογογραφήσει ως δικούς του- πέρα από κάθε αμφιβολία, είναι γιατί έχει πάρει κάτι από αυτούς, που ένιωσε ότι του ταιριάζει, το έκανε δικό του κι` έπειτα μπορούσε να αναγνωρίζει αυτό το κάτι, όπου κι αν βρισκόταν. 
Εις επίρρωση αυτού του συλλογισμού, στο έργο του "Στου Κεμάλ το σπίτι" μιλάει για ένα ψηφιδωτό που αποκαλύφθηκε κατά τη διάρκεια εργασιών ανοικοδόμησης, όχι για να μεταφέρει μια εικόνα του παρελθόντος, αλλά για να κάνει μια εύφημη μνεία στην ομορφιά της διαφορετικότητας, που φτιάχνει το πιο άρτιο έργο τέχνης, σε πείσμα της γκριζωπής μονοτονίας των τσιμεντένιων τερατουργημάτων. 


"Την προηγούμενη φορά είχε βρεθεί εκεί στα βάθη ένα θαυμάσιο ψηφιδωτό, που άρχιζε απ' το οικόπεδο του δικού μας σπιτιού και συνεχιζόταν προς το σπίτι του Κεμάλ. Το ψηφιδωτό αυτό οι δασκαλεμένοι εργάτες το σκεπάσανε γρήγορα γρήγορα για να μην τους σταματήσουν οι αρμόδιοι. Πάντως, τις ώρες που το έβλεπε το φως του ήλιου, γίνονταν διάφορα σχόλια απ' την έκθαμβη γειτονιά".

Νομίζω ότι το ψηφιδωτό των έργων του, που άλλοτε απεικονίζεται ρεαλιστικά και άλλοτε "υποθάλπεται" στην περιγραφή, είναι ένα συμβολικό μοτίβο, που αναδεικνύει την αποσπασματική αρτιότητα, η οποία λάμπει κάτω από το φως του ήλιου, γι` αυτό και κανείς και τίποτα δεν πρέπει να τη σκεπάζει. Σήμερα, καθώς σκεφτόμουν ακριβώς αυτό, το πώς δηλαδή οι άνθρωποί μου γίνονται όργανα της ψυχής μου ζωτικά, βρήκε και ο Ιωάννου τη θέση του στη λογική μου, συμπληρώνοντας ένα κενό κομμάτι στην υπό διαμόρφωση σοφία μου. 
Ώστε, λοιπόν, αυτό είμαστε: κομμάτια που συμπληρώνουν το ένα το άλλο, αρκεί να μην έχουμε πολύ αιχμηρές γωνίες και πληγωνόμαστε...

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

Περί πολιτικής και άλλων δαιμονίων...

" Ένας πολιτικάντης σκέφτεται τις επόμενες εκλογές. Ένας πολιτικός,  τις επόμενες γενιές".

Arthur Clarke, 1917-2008, Βρετανός συγγραφέας επιστ. φαντασίας

Καιρό τώρα με απασχολεί το ποια είναι η θέση μου- αν υπάρχει- απέναντι στα πράγματα, όπως διαδραματίζονται τα τελευταία τρία χρόνια στην Ελλάδα...  
Η αλήθεια είναι ότι από καιρό έχω πάψει να παρακολουθώ τις "ειδήσεις", γιατί όπως τις αντιλαμβάνομαι, μοιάζουν περισσότερο με σχόλια παρά με αντικειμενική καταγραφή των όσων συμβαίνουν. Άλλωστε, για πολλούς λόγους, που δεν θα αναλύσω εδώ, γιατί άλλο είναι το θέμα, δεν θα μπορούσαν να είναι αντικειμενικές. Έτσι, τα γεγονότα φτάνουν στα αυτιά μου από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και από τους τίτλους των ειδήσεων, που βλέπω στις εφημερίδες- γιατί εφημερίδες διαβάζω κάθε μέρα, αλλά πολύ επιλεκτικά- τα άρθρα πολιτικής κριτικής, που αυτή την εποχή κυριαρχούν στην αρθρογραφία, αλλά και με βιωματικό τρόπο, αφού τα όσα συμβαίνουν δεν αφήνουν κανενός την καθημερινότητα ανεπηρέαστη.
Δεν είναι λίγα τα ερεθίσματα, θα μου πεις, για να μην μπορείς να κρίνεις, να πάρεις θέση. Τι διάολο κοινωνικό και πολιτικό όν είσαι; 
Η σύγχυσή μου κλιμακώνεται,  καθώς βλέπω τα πρότυπά μου να διασταυρώνουν τα ξίφη τους πάνω σε θέματα πολιτικής κι εγώ βρίσκομαι στη μέση και δεν μπορώ να πω "εσύ έχεις δίκιο, εσύ άδικο". Υπάρχουν όμως και άνθρωποι που ξέρουν ακριβώς τι πρεσβεύουν, δεν έχουν καμία αμφιβολία ότι τα πράγματα είναι έτσι κι έτσι και πρέπει να γίνει αυτό κι αυτό. Και τους θαυμάζω που δεν έχουν διλήμματα, αλλά ταυτόχρονα τους φοβάμαι κιόλας. Φοβάμαι ότι αυτή η σιγουριά τους θα τους τυφλώσει και δεν θα δουν έναν ενδεχόμενο τοίχο, στον οποίο μπορεί να προσκρούσουν με χίλια. Και το κακό θα είναι ότι μαζί τους θα έχουν κι άλλους....
Αυτό που αισθάνομαι περιγράφεται απόλυτα από την καβαφική Άρνηση: 

Che fece .... il gran rifiuto

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Οχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο το όχι -- το σωστό -- εις όλην την ζωή του.


Πού βρίσκομαι λοιπόν;

Για να απαντήσω σ` αυτό, θα πρέπει πρώτα να σκιαγραφήσω το σε τι είμαι αντίθετη, γιατί αυτό το ξέρω καλύτερα.

  • Είμαι αντίθετη σε πάσης φύσεως γενικεύσεις.


  • Είμαι αντίθετη στην διακήρυξη της ανευθυνότητας πάντων και πασών. Με χαρακτηριστική αυτοπεποίθηση ο περισσότερος κόσμος ψέγει και λοιδορεί ένα αόριστο γ΄ πληθυντικό- "εκείνοι φταίνε"- που μέσα στην οργή του έχει την ψευδαίσθηση ότι οι "εκείνοι" είναι συγκεκριμένα πρόσωπα, και το σημαντικότερο, ότι είναι ξένα προς αυτόν. Αν αυτό αφορά στη Βουλή, που μάλιστα οι περισσότεροι τη θέλουν καμμένη- τότε αναρωτιέμαι μήπως στην πραγματικότητα αυτό που θέλουν να εξαλειφθεί είναι το σκιώδες παρελθόν, οι λανθασμένες επιλογές του καθενός, που κατόρθωσαν να γκρεμίσουν το παρόν και να υπονομεύσουν ένα διαρκές μέλλον, μήπως θέλουν να εξορκίσουν το παρελθόν τους, για να μπορέσουν να οραματιστούν ένα μέλλον. Αλλά μέλλον χωρίς παρελθόν είναι δέντρο χωρίς ρίζες. Μα κι αν είναι έτσι, από την άλλη πλευρά, με ξόρκια και οράματα δεν χτίζεις οικοδομήματα, αλλά νέες ψευδαισθήσεις. Θέλω να πω πως αν- λέω, αν- το τέρας που θέλουμε να αποκεφαλίσουμε, η λερναία ύδρα των πολιτικών λαθών και παθών, έχει τη μάσκα του πολιτικού εκπροσώπου, αλλά στην ουσία είμαστε εμείς που κρυβόμαστε από πίσω του, τότε αντί να ψάχνουμε να βρούμε αποδιοπομπαίους τράγους, ίσως θα πρέπει πρώτα να ρίξουμε την πέτρα του αναθέματος πάνω μας, να δούμε τα λάθη μας κατάματα και να τα αποδεχτούμε, για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε. Διαφορετικά, αυτόν τον ίδιο εαυτό θα χρειαστεί να αντιμετωπίσουμε ξανά και ξανά στο μέλλον, το οποίο θα είναι μια τραγική επανάληψη στο διηνεκές. Ο Σεφέρης, μεταγράφοντας τον Πλάτωνα, το όρισε με μεγάλη σαφήνεια: "τον ξένο και τον εχθρό τον είδαμε στον καθρέφτη", είπε... 

Όσο δεν ακούω αυτό το πολυπόθητο α΄πληθυντικό- "κάναμε", "φταίξαμε"-  τόσο θα αρνούμαι να υποταχτώ σ` αυτή τη μαζική νοοτροπία της επίρριψης ευθυνών και της άρνησης της δικής μας. 

  • Είμαι αντίθετη στην ψευδεπίγραφες επαναστάσεις. Και για τους λόγους που προανέφερα, αλλά και για έναν ακόμα πιο σημαντικό. Ο Αριστοτέλης θεωρεί ως μεγαλύτερο επίτευγμα για μια πολιτεία την επίτευξη της ευδαιμονίας, της ευημερίας. Έχοντας μελετήσει τα "πολιτεύματα" ανά την Ελλάδα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν έχει σημασία τι πολίτευμα λες ότι έχεις, αλλά πώς αυτό το πολίτευμα υπηρετεί το συλλογικό καλό. Για να υπάρξει συλλογικό καλό θα πρέπει να συντείνουν δύο πράγματα: αφ` ενός να υπάρχει κοινός στόχος, ο οποίος πρέπει να έχει τεθεί και να υπηρετείται από όλους- ο καθένας από τι θέση που ορίστηκε, θα μας έλεγε ο Πλάτωνας- κι` αφ` ετέρου ο νόμος να είναι υπεράνω όλων.

Πολίτευμα που κάποιοι βάζουν τον εαυτό τους υπεράνω του νόμου είναι πολίτευμα φαύλο. Ο Πρωταγόρας, στον ομώνυμο πλατωνικό διάλογο, για να υπογραμμίσει τη σημασία του νόμου λέει πως ο Δίας έθεσε ως ποινή για τους παραβάτες το θάνατο, γιατί αν ένας παραβιάσει το νόμο, θα γίνει παράδειγμα προς μίμηση και για άλλους και τότε το κοινωνικό οικοδόμημα θα καταρρεύσει. Το άτομο εκείνο που παραβιάζει το νόμο πρέπει να θανατώνεται σαν νόσος της πόλεως, διαφορετικά η νόσος θα επεκταθεί. 
Δεν ξέρω κατά πόσο αυτοί οι ξεσηκωμοί έχουν άλλο κοινό από τη μαζική συμμετοχή. Και όχι, αυτό δεν είναι αρκετό. Γιατί όλοι μπορεί να συμφωνούμε στο τι δεν θέλουμε, αλλά ίσως δεν έχουμε διερευνήσει ή σκεφτεί καν τι θέλουμε και πώς αυτό μπορεί να υλοποιηθεί- δεν φτάνει να θες να φας ένα γλυκό, θα πρέπει να μπορείς και να το φτιάξεις.  Επιπλέον, θα πρέπει να διερευνηθεί αν θέλουμε όλοι το ίδιο, αν η μορφή οποιασδήποτε διαμαρτυρίας, εξέγερσης, επανάστασης έχει κάποιο κοινό στόχο, πέρα από την ανατροπή μιας κυβέρνησης ή την καταψήφιση ενός νόμου. Είναι ιστορικά αποδεδειγμένο, για να μιλήσω για την ιστορία της Ελλάδας, ότι μετά από κάθε επανάσταση που διεκδικούσε κάτι- ανεξαρτησία, σύνταγμα, πολιτειακή αλλαγή- ακολουθούσε- αν δεν συμπορευόταν- εμφύλιος σπαραγμός. Μετά τους Περσικούς πολέμους, ο Πελοποννησιακός, στην επανάσταση του 1821 οπλαρχηγοί και πολιτικοί ήρθαν στα μαχαίρια για την εξουσία, στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ξέσπασε εθνικός διχασμός, στο Β΄ εμφύλιος. Είναι γονιδιακοί οι αδερφοφάδες σ` αυτόν τον τόπο... Το λέω αυτό, γιατί χτες βρέθηκα κάπου, σε μία μουσική σκηνή, όπου οι καλλιτέχνες θέλοντας να παροτρύνουν τον κόσμο να ξεσηκωθεί και να διεκδικήσει, προέβαλαν ένα βίντεο, όπου παραλλήλιζαν τα επεισόδια στο Σύνταγμα πριν από μία εβδομάδα με την Επανάσταση του 1821. Βρήκα αυτόν τον παραλληλισμό άστοχο, γιατί έχω την αίσθηση, κι εύχομαι να κάνω λάθος, ότι έμειναν στην επιφάνεια των πραγμάτων, στη σύγκρουση του κράτους και της αστυνομίας με τους πολίτες από τη μία, και στη σύγκρουση της κακής Ευρώπης με την καλή και κακόμοιρη Ελλάδα από την άλλη. Όμως τα δύο γεγονότα δεν έχουν στην πραγματικότητα καμία σχέση μεταξύ τους, από όποια σκοπιά κι αν το δει κανείς, και κυρίως από εκείνη που έχουμε μάθει να αναλύουμε την ελληνική ιστορία από το σχολείο. Ακόμα όμως κι αν πιάσουμε τα όποια κοινά τους χαρακτηριστικά, θα πρέπει να δούμε πώς ο καθένας προσπάθησε να εκμεταλλευτεί τα επιτεύγματα της Επανάστασης κατόπιν, ώστε να κάνει τον Μακρυγιάννη να ωρύεται πως η Επανάσταση δεν έγινε ατομικά, δεν ανήκει σε κανέναν, για να μπορεί να διεκδικεί θέσεις και αξιώματα, αλλά συλλογικά. Αυτό το "είμαστε στο εμείς και όχι στο εγώ" ήταν μια κραυγή υπενθύμισης, όχι κάτι που χαρακτήριζε τον έλληνα αγωνιστή της μετεπαναστατικής εποχής. Κι αυτό ακριβώς φοβάμαι, την καπηλεία των αγώνων. Ήδη βρέθηκε ένας επώνυμος σφετεριστής- λαϊκιστής, που θεωρώντας ως δεδομένο ότι θα εκλεγεί στις προσεχείς, αλλά απροσδιόριστες χρονικά, εκλογές, είπε ότι θα "κατεβάσει τις κουκούλες" εκείνων που κατέστρεψαν την Αθήνα στα επεισόδια. Ευτυχώς που έβγαλε εγκαίρως τη δική του...
Ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης, μαθαίνουμε στην ιστορία κατεύθυνσης, στήριζε τις ελπίδες εκλογής του στη δημοτικότητά του, επειδή ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος τον είχε επιλέξει μετά το κίνημα στο Γουδί -στου Γουδή, για να λεμέ και το σωστό- για προσωρινό πρωθυπουργό, άσχετα που μετά έφερε το Βενιζέλο. Φοβάμαι ότι κάθε "επαναστάτης" κάτι τέτοιο κρύβει στο πίσω μέρος του μυαλού του... ότι αν η αντίσταση ευοδώσει, θα έχει λαμβάνειν... όχι ότι σ` αυτό ελλοχεύει κάτι κακό αναγκαστικά, αλλά αν πάλι το ατομικό καλό δεν ενυπάρχει στο συλλογικό, πάλι στο ίδιο σημείο θα ξαναγυρίσουμε. 
Και μέσα σ` όλη αυτή την αναμπουμπούλα, στην οποία χαίρεται ο λύκος, πότε προλάβαμε και θέσαμε στόχους κοινούς και βρήκαμε και πώς θα τους υλοποιήσουμε; εγώ τουλάχιστον δεν τους πληροφορήθηκα, ίσως γιατί δεν κατεβαίνω στις πορείες ή δεν  βλέπω τηλεόραση. Αλλά κι εκείνοι που τις επικροτούν, έστω και στα βουβά, δεν μοιάζουν να ξέρουν περισσότερα για την επαύριο του αγώνος. Ας πτωχεύσουμε, ας κάνουμε εκλογές, ας βγούμε από το ευρώ και μετά βλέπουμε... αυτό καταλαβαίνω εγώ από αυτά που ακούω, και κυρίως από αυτά που δεν ακούω. Γι` αυτό "κρατάω την αποστασή μου". 
  • Είμαι αντίθετη στην έλλειψη παιδείας... κανείς δεν μπορεί να κρίνει, να βάλει στόχους, να προοδεύσει με παιδεία μισή. Και στην Ελλάδα του 21ου αιώνα πάσχουμε στα σοβαρά από αυτή την έλλειψη, είτε αυτή οφείλεται στο εκπαιδευτικό σύστημα είτε οφείλεται στην έλλειψη εμπειριών και δια βίου μάθησης. Ειδικά αυτό το δεύτερο, πολύ με πονάει, ο Έλληνας ο περήφανος για τον μεγάλο αρχαιοελληνικό πολιτισμό του να μη γνωρίζει στην ουσία τίποτα γι` αυτόν, αλλά να τον ευαγγελίζεται όπου σταθεί και όπου βρεθεί, ενώ από την άλλη δεν κάνει τίποτα, για να μάθει, να παράγει, να συνεισφέρει σε έναν νεοελληνικό πολιτισμό, ενώ αυτούς που το κάνουν, που προσφέρουν και αφοσιώνονται και αγωνιούν, τους θεωρεί γραφικούς και ελιτιστές σε εποχές δύσκολες. 
  • Είμαι αντίθετη στα "παρωχημένα" πρότυπα. Θαυμάζω το Μίκη Θεοδωράκη και το Μανώλη Γλέζο που κατεβαίνουν στις πορείες και τρώνε τα χημικά στην ηλικία τους, που έχουν θέση και πίστη και την υποστηρίζουν και προσπαθούν να κινητοποιήσουν τις νέες γενιές να διεκδικήσουν συλλογικά, αλλά τρέμω στη σκέψη ότι άλλους πνευματικούς ανθρώπους οι νέες γενιές δεν θα αναδείξουν και θα θυμούνται με νοσταλγία αυτές τις εμβληματικές μορφές, ανίκανες οι ίδιες να παράγουν πνεύμα. Και με τρομάζει ακόμα πιο πολύ που ορισμένοι θέλουν να παραχωρήσουν την τύχη τους στους πνευματικούς ηγέτες, ψάχνοντας ακόμα μια φορά αρχηγό για το κοπάδι, κάτι που φυσικά γίνεται υποσυνείδητα, και αυτό εν ολίγοις ονομάζεται μεσιανισμός. 
  • Είμαι αντίθετη στην παραίτηση από τη δημιουργικότητα, "επειδή έχουμε κρίση". Οι ποιητές της "γενιάς της ήττας" το αναγνώρισαν πέρα από κάθε αμφιβολία... "Εγώ/ κληρονόμος πουλιών/ πρέπει/ έστω και με σπασμένα φτερά/ να πετάω", διατεινόταν ο Σαχτούρης, ακόμα κι αν έκαιγε τις ποιητικές του συλλογές. 
  • Είμαι αντίθετη στην υποκρισία της φιλαλληλίας "επειδή έχουμε κρίση". Μήπως ο αλτρουισμός είναι της μόδας και θα ξεφορεθεί, όταν έρθουν ξανά οι παχιές αγελάδες; τότε ας μην τον ενδυθούμε καθόλου. Καλύτερα νεκροί από το κρύο, παρά νεκροί ηθικά. 

Είμαι αντίθετη στις ταμπέλες και σε όλους τους -ισμους. Κουράστηκα να ακούω ότι είμαστε αυτό κι εκείνο, έχουμε αυτό ή το άλλο, είμαστε εμείς κι εκείνοι, και μετά να βάζουμε πιεστικά την τελεία. Κι εσύ που είσαι ο από δω, μήπως στην πραγματικότητα είσαι ένας ξεπεσμένος άλλος; Σήμερα, φερ` ειπείν, είσαι άνεργος και τα βάζεις με τα αφεντικά, αλλά μέχρι χτες ονειρευόσουν να γίνεις κι εσύ ένα, έστω να διαφεντεύεις τον εαυτό σου; δεν διαφωνώ, Λιάνα μου, ότι είμαστε όλοι εργάτες. Η εργασία είναι φυσική ανάγκη του ζωντανού οργανισμού. Αλλά γιατί αυτή η φυσική ανάγκη θα πρέπει να γίνεται κατηγορούμενη και κατηγορηματική, κυριολεκτικά και μεταφορικά; γιατί το κραδαίνουμε σαν μια απειλή; να εκφοβίσουμε ποιον; τον άλλο μας εαυτό, που θα ήθελε να βρίσκεται ζωντανός στα νησιά των Μακάρων; Αν είναι να εργαστούμε όλοι μαζί, για το ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ καλό, τότε θα πρέπει να μην βάζουμε ταμπέλες που μας διαχωρίζουν και μας περιορίζουν. Είμαστε, είμαστε, είμαστε... κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες....

ουφ! γράφω, γράφω και τελειωμό δεν έχω.
Προς το παρόν κατάλαβα... ότι είμαι εναντίον σε καθετί που είναι ενάντιο και είμαι υπέρ της έμπρακτης συλλογικότητας, των κοινών στόχων, της αποδοχής ευθύνης, της παιδείας, της νομιμότητας...  κάτι είναι κι αυτό για αρχή...

Καλή Κυριακή σε όλους!



συνεχίζεται...