Loading...

Παρασκευή, 25 Μαΐου 2012

Ποιο μέλλον ανήκει στα παιδιά;

"Υπάρχει πάντα στην παιδική μας ηλικία μια στιγμή που ανοίγει μια πόρτα και μπαίνει το μέλλον"

Καιρό τώρα, και ιδίως τούτες τις μέρες, νιώθω την ανάγκη και το χρέος να αφιερώσω λίγες σκέψεις και γραμμές στους αφανείς ήρωες της ζωής, τους μαθητές μου.
Τούτες τις μέρες, στο ξέβγαλμα της άνοιξης μιας δύσκολης πολιτικά και οικονομικά χρονιάς, δίνουν την ύστατη σχολική τους μάχη, για να κατοχυρώσουν, όπως φαντάζονται, μια θέση  με παράθυρο στο μέλλον. Ταυτόχρονα, σηματοδοτείται  και η έξοδος από την εφηβική ηλικία και η ορμητική είσοδος στην ενήλικη ζωή. Η αγωνία διπλή και το διακύβευμα μεγάλο, όπως φαίνεται.
Νιώθω, λοιπόν, την ανάγκη να τα καθησυχάσω και να ξεσκεπάσω το μέλλον από τη θεατρική μάσκα του μοιραίου που φοράει.
Τα παιδιά αυτά, όπως και χιλιάδες παιδιά πριν από αυτά, έθεσαν ένα στόχο- δικό τους ή άλλων είναι κάτι που αρχικά μένει απροσδιόριστο- και η ανάγκη για επιτυχία είναι επιτακτική, ιδίως μέσα στις συγκυρίες που βιώνουμε. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, ο κοινωνικός περίγυρος, οι γονείς, μια μεγαλόσχημη κρίση καθιστούν σχεδόν αδύνατη αυτή την αποσαφήνιση. Ποιος ξέρει με βεβαιότητα να πει αν η επιλογή του είναι προϊόν αβίαστης κι ελεύθερης σκέψης; Έτσι ο δήθεν στόχος γίνεται ιδιαίτερα ασαφής και απροσδιόριστος και άρα δύσκολος να επιτευχθεί. Πώς να πάρει κανείς αζιμούθιο στον καταστατικό χάρτη της ζωής του, όταν δεν ξέρει πού πατά και πού βρίσκεται;
Πολύ συχνά, κι εγώ η ίδια, βρέθηκα στη μαθητική και φοιτητική μου ζωή σ` ένα ψυχολογικό αδιέξοδο επιλογών. Όλοι περίμεναν από μένα κάτι- κι εγώ από τον εαυτό μου- αλλά αυτό το κάτι μεταβαλλόταν όπως αλλάζει το χρώμα της θάλασσας, όταν περνούν τα σύννεφα. Δυστυχώς, η μεταπολεμική γενιά που είδε την ανώτατη εκπαίδευση ως λύση, διέξοδο από τη φτώχεια και τη μιζέρια, σιγά σιγά από λάβαρο μιας περισσότερο υλιστικής παρά πνευματικής ελευθερίας, έγινε όργανο βασανισμού. Το βασικότερο ατόπημα είναι ότι η σύγχρονη κοινωνία δεν αναπροσαρμόζει τη θέση της απέναντι στα πράγματα. Εξακολουθεί εσφαλμένα να συγχέει την προσωπική καταξίωση με την κοινωνική και τις δύο μαζί με τις σπουδές και το χρήμα. Όμως αυτά δεν συνδυάζονται αναγκαστικά. Οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες μεταβάλλονται, οπότε αποκλείεται οι ανάγκες και οι επιλογές να μένουν ίδιες. Για παράδειγμα, εδώ και τουλάχιστον είκοσι χρόνια το θέμα των κορεσμένων επαγγελμάτων βρίσκεται σε πρώτο πλάνο. Ο καθένας από μας γνωρίζει ότι κάποιοι επαγγελματικοί τίτλοι είναι τόσο χρήσιμοι και σημαντικοί όσο- ας μου επιτραπεί- ο σφουγγοκωλάριος του βασιλιά! Παρ` όλα αυτά, το τρίπτυχο γιατρός- δικηγόρος- δάσκαλος είναι ένας διαρκής πόθος.
Απ` την άλλη πλευρά εξακολουθούν να υπάρχουν κοινωνικά ταμπού προς ολόκληρες κατηγορίες επαγγελμάτων, τα οποία, ωστόσο, έχουν μεγαλύτερη απορρόφηση αφ` ενός και αφ` ετέρου είναι εξίσου χρήσιμα με τα υπόλοιπα. Όμως, όταν ένας μαθητής βρίσκεται προ των πυλών τις σταδιοδρομίας του οι ανώτατες σπουδές μοιάζουν μονόδρομος, ασχέτως του αν ο μαθητής είναι πρόθυμος ή και ικανός να τις ακολουθήσει. Παραμένει ζοφερή η διαπίστωση ότι πολλοί γονείς προσπαθούν να καταξιωθούν κοινωνικά ως τέτοιοι ή να εκπληρώσουν τα δικά τους ανεκπλήρωτα όνειρα μέσω των παιδιών τους. Στις περιπτώσεις αυτές τα παιδιά βιώνουν μια εσωτερική σύγκρουση που απορρέει από τη διαφορετική τους επιθυμία και το αίσθημα χρέους προς τους γονείς, οι οποίοι "πληρώνουν τόσα χρήματα" θεωρώντας ότι με τον τρόπο αυτό εξαγοράζουν το δικαίωμα  επιβολής ενός  μέλλοντος επί των παιδιών.
Πολλές φορές, στα δέκα κοντά χρόνια που διδάσκω, αντιμετώπισα αυτό το δράμα΄ τα παιδιά να αγωνιούν για την εκπλήρωση των στόχων που δεν είναι δικοί τους και που καμιά φορά είναι πάνω από τα μέτρα τους. Κι όταν ρωτάω "εσύ τι θέλεις;" σκυθρωπιάζουν, σαν να αποκάλυψε κάποιος βίαια το κρυμμένο μυστικό τους. Τη στιγμή εκείνη αισθάνομαι ότι όλοι εμείς- γονείς και εκπαιδευτικοί- συμπράττουμε στο μεγαλύτερο έγκλημα, τον πνευματικό ευνουχισμό αυτού που ανερυθρίαστα αποκαλούμε "το μέλλον".
Γιατί και πώς καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι μπορούμε να επεμβαίνουμε και να αποφασίζουμε για τις ζωές των άλλων σαν να ήταν οι δικές μας; επειδή δήθεν έχουμε μεγαλύτερη πείρα; και πώς την αποκομίσαμε; ήταν προϊόν ελευθερίας ή καταναγκασμού. Κι αν η πείρα μας είναι αποτελεσματική για την αποφυγή λαθών στο μέλλον, ποιος μας προεξοφλεί ή μας διαβεβαιώνει ότι αυτό που είναι σωστό ή λανθασμένο για μας είναι το ίδιο και για τους άλλους; πώς αποκτήσαμε το δικαίωμα να κάνουμε τους ανθρώπους γύρω μας δυστυχισμένους; και φυσικά είναι εντελώς υποκριτικό να αναρωτηθούμε εκ των υστέρων γιατί αυτή η γενιά δεν μπορεί να πάρει ορθές αποφάσεις για τον εαυτό της (κι αυτό το "ορθό" στα δικά μας τα μέτρα κομμένο).
Έπειτα ωθούμε τα παιδιά να συμμετέχουν σ` αυτές τις πνευματοβόρες εξετάσεις, οι οποίες λειτουργούν εξίσου καταπιεστικά και ευνουχιστικά, αφού δεν επιτρέπουν στην ουσία τους την ανάπτυξη του πνεύματος και του ταλέντου. Α! πόσο ντρέπομαι κάθε φορά που κάποιος μαθητής μου με ρωτάει αν μπορεί να πει τη γνώμη του στην έκθεση κι αν θα του την πάρουν- αυτοί οι πάπες της εκπαίδευσης- λάθος.


Η ύλη είναι σαφής, το σύστημα ανελαστικό και ανταγωνιστικό. Πόσα μόρια; τι θα πέσει; ποιοι οι συντελεστές βαρύτητας; θα ανέβουν οι βάσεις; θα πέσουν; αυτό δεν είναι παιδεία, είναι το χρηματιστήριο αν- αξιών. 
Φανταστείτε αυτό: Ένα παιδί δίνει εξετάσεις με αυτό το σύστημα, επιλέγοντας μια κατεύθυνση που ήταν η πιο εύκολη σε σχέση με τις άλλες (το λιγότερο κακό), για να μπει σε μια σχολή που του είπαν ότι είναι καλύτερη (αλλά μπορεί και να μην του αρέσει) ή τον πίεσαν να τη διαλέξει (γιατί έχει αποκατάσταση ή στρωμένη δουλειά ή είναι κοινωνικά καταξιωμένη), για την οποία μπορεί όμως να μην έχει την κλίση (αλλά τι θα κάνει; θα την τελειώσει) ενώ μέσα του κρύβεται ένα μεγάλο ταλέντο (αλλά το ταλέντο δεν σου δίνει να φας). 
Έτσι, με απλή λογική, "φτιάξαμε" έναν καινούριο άνθρωπο, έτοιμο να βγει στην κοινωνία και την αγορά εργασίας.. έτοιμο; πώς έτοιμο; 
"Και κοίτα μη δε γράψεις καλά... τι θα πουν οι γείτονες; η ξαδέρφη σου πέρασε πρώτη στη Νομική!  Τι θα πει " δεν σ` αρέσει"; Πλήρωνα τόσα χρόνια για να μου γίνεις γυμναστής;" 
Αλήθεια, μπαμπά και μαμά, εσύ θυμάσαι πώς ήταν όταν έδινες εξετάσεις; ή μήπως δεν έχεις δώσει καν; Θυμάσαι μήπως πώς ήταν να σε συγκρίνουν με τα παιδιά όλου του κόσμου; κι αναρωτήθηκες τώρα τελευταία αν είσαι ευτυχισμένος με τις επιλογές σου; χμμμ....
Για να φτιάξουμε παιδιά δημιουργικά και ευτυχισμένα, πρέπει να τα αφήσουμε ελεύθερα. Ακόμα κι αν η επιλογή τους είναι λανθασμένη, έχουν όλο το χρόνο μπροστά τους να την εγκαταλείψουν και να κάνουν μία καινούρια. Γιατί θα πρέπει να ανταποκρίνονται στο πλάνο που οι μεγάλοι τους προσδιορίζουμε; -Θα γράψεις, να περάσεις, να σπουδάσεις, να βρεις μια καλή δουλειά, στο δημόσιο κατά προτίμηση, θα κάνεις οικογένεια, θα βγει στη σύνταξη...   
Κι αν τύχει ένας νέος στα 25 ή στα 35 να θέλει να κάνει μια στροφή στη ζωή του, του λένε συχνά: "Τώρα; στα 25/35; τώρα είσαι μεγάλος πια..." Το πλάνο δεν προέβλεπε εναλλακτικές πορείες... κι ας έχεις άλλα 50 χρόνια μπροστά σου... είσαι πια μεγάλος...
Είναι απάνθρωπο να εγκλωβίζουμε ένα πνεύμα διά βίου, επιλέγοντας οι ίδιοι τα όρια που θα κινηθεί. Στα δέκα αυτά χρόνια που δουλεύω, μόνο μία φορά άκουσα γονέα να λέει "αφού αυτό θέλει το παιδί μου, αυτό να κάνει... κι αν αλλάξει γνώμη, ας το παρατήσει κι ας κάνει κάτι άλλο... είναι μόνο 17...".
Κάτι τελευταίο: Ανάμεσα σ` αυτά τα παιδιά υπάρχουν και κάποια που αντιμετωπίζουν ακόμα μεγαλύτερα προβλήματα, διανοητικά, ψυχολογικά ή μαθησιακά, η ένταση των οποίων ποικίλει. Ζούμε στον 21ο αιώνα και παρ` όλα αυτά πολύ συχνά έρχομαι αντιμέτωπη με τον παραλογισμό και την άρνηση πολλών γονιών να δουν τα προβλήματα αυτά και να βοηθήσουν επί της ουσίας τα παιδιά τους με τη δική μας επικουρία. Αντ` αυτού, επιλέγουν να συμπεριφερθούν σαν να μην υπάρχει κάποιο πρόβλημα και σαν να μπορεί το παιδί να αντεπεξέλθει σε ένα ήδη παρανοϊκό σύστημα. Ή και το αντίθετο: επειδή αντιμετωπίζει κάποιο μαθησιακό πρόβλημα να πιστεύουν ότι είναι ανίκανο και δεν έχει μέλλον. Φυσικά, και οι δύο τάσεις είναι "εγκληματικές" και υπονομεύουν την ανάπτυξη και τη χειραφέτησή τους. Είναι πράγματι δύσκολο σε πολλές περιπτώσεις να αντιμετωπίσεις κάποια πολύ σοβαρά προβλήματα, είναι και ρεαλιστικές δυσκολίες στη μέση, είναι και ο κοινωνικός στιγματισμός ή ο φόβος του, που ακόμα κατατρύχει την ελληνική κοινωνία, όμως εδώ μιλάμε για τα παιδιά μας τα ίδια. Δεν μπορώ να φανταστώ κάτι χειρότερο από το να υπονομεύεις το μέλλον ενός παιδιού, με μαθησιακή δυσκολία, π.χ., επειδή θέτεις ως προτεραιότητα την αποφυγή του κοινωνικού ελέγχου. Σε πολλά από αυτά τα παιδιά που έχω γνωρίσει και διδάξει κατά καιρούς έχω δει να συμβαίνουν μικρά θαύματα. Μόλις γίνει η κατάλληλη διερεύνηση, εκεί στο βάθος διακρίνεται θαμπό στην αρχή αλλά ολοένα περισσότερο ξεκάθαρο στο τέλος το πηγαίο ταλέντο, που περιμένει το έναυσμα και την καθοδήγηση για να αναδειχθεί. Και τότε το παιδί, που είχε μάθει να θεωρεί τον εαυτό του λιγότερο προικισμένο και ικανό από τα άλλα παιδιά, πατάει στα πόδια του, η αυτοεκτίμησή του ανεβαίνει και μπορεί τότε να ανοίξει τα δικά του φτερά προς το μέλλον. 
Αυτή τη μεταμόρφωση όμως πρέπει να την επικροτήσουν και να την εκμαιεύσουν οι γονείς και να τη συνεπικουρήσουν οι κατάλληλοι επαγγελματίες.  Οι εκπαιδευτικοί σ` αυτή την διαδικασία πρέπει να είναι επίκουροι, όχι υποκατάστατοι. Δεν έχουν ούτε την αρμοδιότητα ούτε το ρόλο να το κάνουν και φυσικά η αρωγή των γονέων έχει πάντα ειδικό βάρος σε κάθε περίπτωση. 
Δεν θέλω να βλέπω παιδιά εγκλωβισμένα. Θεωρώ ότι είναι εξίσου σημαντικό να γευτούν τον καρπό μιας αποτυχίας, αν χρειαστεί, που είναι μεν στυφός, αλλά τόσο θρεπτικός. Τα παιδιά δεν είναι απολήξεις των νευρώνων μας, ανδρείκελα της ανασφάλειάς μας. Είναι οργανισμοί αυτόφωτοι και ανεξάρτητοι, γι` αυτό μπορούν και πρέπει να γυρίζουν την πλάτη τους στο μέλλον που φτιάχνετε όπως θέλουμε...


Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

Περί του κοινού αισθήματος

"Η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό"

Πριν κλείσω τα μάτια μου χθες βράδυ, η τελευταία μου σκέψη ήταν να θυμηθώ να γράψω για το θέμα της κοινωνικότητας, όσον αφορά στη θέση του σύγχρονου ανθρώπου στο κοινωνικό σύνολο, αφορμώμενη από τη διενέργεια των εθνικών εκλογών. 
Από τα σημερινά- στέρεα- δεδομένα, με ποσοστά που προκαλούν από τη μία περίσκεψη κι από την άλλη τρόμο, φαίνεται ότι η χώρα μάχεται τον εαυτό της τον ίδιο, προσπαθώντας από τη μία πλευρά να καταποντίσει ελαττώματα δεκαετιών και από την άλλη να "γυρίσει σελίδα", όπως συχνά ακούγεται. Μόνο που, όπως φαίνεται, δεν μπορεί να φέρει την πλάστιγγα σε ισορροπία, βάζοντας μια ακόμη ψηφίδα στο πορτρέτο της Μέδουσας που την απεικονίζει. 
Σκέφτομαι, λοιπόν, πως ενώ όσο μεγαλώνω συνειδητοποιώ- με τρόπο βιωματικό- την ανάγκη της συνύπαρξης (η ζωή μας είναι συνεχής αλληλεπίδραση) τόσο πιο συχνά έρχομαι αντιμέτωπη μ` αυτόν τον εθνικό μας εγωισμό. Γενιές ολόκληρες μεταλαμπαδεύουν ως υπέρτατη αξία το "δούλεψε, για να φας και κλέψε, να `χεις", μεταλλάσσοντας τον κοινωνικό άνθρωπο σε ιερόδουλο του εγωισμού του. Φαίνεται πλέον ανέφικτη η προσπάθεια θέσπισης ενός πραγματικού στόχου, ρεαλιστικού, πραγματοποιήσιμου και κοινά αποδεκτού, που θα μας έκανε δημιουργικούς, φιλόπονους, φιλειρηνικούς και πάνω απ` όλα θα πραγμάτωνε την κοινωνική και πολιτική μας φύση. Ο εγωισμός μας έγινε ένας ουροβόρος όφις και το χειρότερο είναι ότι μοιάζει- αν δεν είναι σίγουρο- ότι δεν έχουμε ενσυνείδηση αυτής της αυτοκαταστροφικής μας τάσης. Όταν ο αυτο- κανιβαλισμός λάβει τέλος, το ακόρεστο μέσα μας θηρίο της πλεονεξίας απλώνει τα πλοκάμια του στα αλλότρια, που τα διεκδικεί για δικά του, επιδιδόμενο σε μία κρονιακή αδηφαγία. 
Ο στίχος του Σεφέρη γυρίζει στο μυαλό μου ξανά και ξανά: "τον ξένο και τον εχθρό τον είδαμε στον καθρέφτη". Κι αυτό το τεμαχισμένο πρόσωπο, "που άλλο δεν ζήτησες στη ζωή παρά να το κρατήσεις καθάριο κι` αδιαίρετο", πόσο συχνά το αντικρίζουμε στον καθρέφτη της ύπαρξής μας; αλλά και με τι μάτια να κοιταχτούμε; είναι σκληρή η ενδοσκόπηση, σαν το γεωτρύπανο που χτυπάει μια φλέβα νερού κι εκείνο τινάζεται ξαφνιασμένο. Γι` αυτό την αποφεύγουμε επιμελώς, για να μην αιμορραγήσουμε. Γιατί δεν νιώθουμε εμπιστοσύνη ότι τα κύτταρά μας θα πολεμήσουν να αναπληρώσουν την απώλεια ή ότι θα βρεθεί ένας άλλος να μας μεταγγίσει το δικό του. Έτσι, γίναμε άνθρωποι καχύποπτοι, λαός κουτοπόνηρος, έθνος δίβουλο. Προβάλαμε τις φοβίες μας στον πολιτικό καθρέφτη και ο δαίμονας που μας κοίταξε δεν μας άρεσε. Όμως και πάλι το πέπλο της αοριστίας ήρθε για να καλύψει την ατομική μας ευθύνη, αφού κάποιοι αόριστοι άλλοι για μια ακόμη φορά πήραν την λανθασμένη απόφαση. Ακόμα, όσοι δεν είναι αυτο- διορισμένοι επικριτές, ένιωσαν την ανάγκη να ντύσουν αυτή την απόφαση με το χιτώνα του Νέσσου, δικαιολογώντας την με το αποφόρι της "αντίδρασης" του λαού, που καταπιέζεται -από τα μέτρα, όχι από τον εαυτό του τον ίδιο. Οι αρχαίοι μας πρόγονοι και πάλι το διατύπωσαν απλά με τη θυμοσοφία τους: "θυμού κράτει", συμβούλεψαν. Αν κλυδωνίζεσαι από πάθη, είσαι καταδικασμένος να τσακιστείς στα βράχια που ο θυμός ακονίζει και το χέρι οδηγεί. Όπως πολύ όμορφα το περιγράφει ο Πλάτωνας στον Πρωταγόρα, εκείνον, λέει, που ισχυρίζεται ότι δεν κατέχει την αλήθεια, οι οικείοι του τον παίρνουν παράμερα και τον συμβουλεύουν σαν να είναι τρελός.Έτσι και τώρα, κάποιοι προσφέρθηκαν να συμβουλέψουν αυτούς που έκαναν λανθασμένες πολιτικές επιλογές, σαν να ήταν άτακτα παιδιά που δεν ορίζουν τον εαυτό τους, ενώ οι ίδιοι δεν έχουν αναρωτηθεί αν έχουν την ικανότητα ή την αρμοδιότητα για κάτι τέτοιο, αφού συχνά πάσχουν από αυτο- αγνωσία. Ταυτόχρονα, μαζί με την επιφανειακή επίπληξη, κλείνουν συνωμοτικά το μάτι... "έλα, μην το ξανακάνεις..." Ευτυχώς, θα έχουμε δεύτερο γύρο εκλογών, μια χειραγωγημένη δεύτερη ευκαιρία, να ψηφίσουμε πιο ψύχραιμα...
Αναρωτιέμαι.. αν είχε σχηματιστεί κυβέρνηση στον πρώτο γύρο, θα έπρεπε να ζήσουμε για μία τετραετία με τις συνέπειες αυτού του θυμού; 
Ο λόγος γίνεται αναφορικά με τον φασιστικό μας εαυτό, όπως εύστοχα διατύπωνε πριν είκοσι χρόνια ο Μάνος Χατζηδάκις. Τώρα, όλοι νιώσαμε ότι οι κοινοβουλευτικοί μας εκπρόσωποι είναι αποκλειστικά δικά μας σφάλματα. Πολύ φοβάμαι όμως ότι καταλογίζουμε στους εαυτούς μας μόνο αυτή τη συγκεκριμένη άστοχη επιλογή, κι όχι το σύνολο των πολιτικών επιλογών που καθόρισαν τον κοινοβουλευτικό μας βίο μετά τη μεταπολίτευση. Τώρα φταίνε οι ψηφοφόροι.. μέχρι χτες έφταιγαν οι πολιτικοί. 

Γι` αυτό μιλώ για καθρέφτες...

Ένα τελευταίο σχόλιο: η αποχή σ` αυτόν το γύρο έφτασε- σε μία ώρα κρίσιμη για τη χώρα- το 35 ή κατά άλλους το 40%. Αποχή σημαίνει ότι δεν θέλεις να συμμετέχεις στα κοινά προβλήματα, να παίρνεις πρωτοβουλίες και να αναλαμβάνεις από κοινού ευθύνες. Οι αρχαίοι δημοκράτες αφαιρούσαν σ` αυτήν την περίπτωση τα πολιτικά δικαιώματα των αμέτοχων πολιτών ("ατιμία") και τους εξόριζαν σαν καρκινώματα της πόλης που αφ` ενός θα βλάψουν το πολίτευμα κι` αφετέρου θα αποτελέσουν κακό παράδειγμα για τους νέους, Δεν υπονοώ ότι πρέπει να επιστρέψουμε σ` αυτές τις πρακτικές, αν και είναι πολύ πρόσφατος ο νόμος που σου αφαιρούσε το δικαίωμα εξόδου από τη χώρα, αν δεν ψήφιζες στις εθνικές εκλογές- αλλά για να κατανοηθεί ότι δεν είναι δυνατόν να παραμένεις αμέτοχος... είναι το ίδιο και χειρότερο από το να κάνεις λανθασμένη επιλογή. Και με ενοχλεί πολύ, πάρα πολύ, που αυτοί οι ίδιοι κοινωνικοί κηφήνες θα θεωρήσουν δικαίωμα εκ των υστέρων το να κατέβουν στους δρόμους και να διεκδικήσουν  "κεκτημένα", να απαιτήσουν κοινωνική δικαιοσύνη, για μια κοινωνία, στη διάλυση της οποίας συμβάλλουν με τη στάση τους, 
Ξαναγυρνάω στην αρχή του συλλογισμού μου... Είμαστε τα τέρατα που θα έπρεπε να φοβόμαστε περισσότερο. Κι όσο πιο συχνά ακούω τους γύρω μου να εκτοξεύουν μύδρους κατά παντός υπευθύνου, τόσο σιγουρεύομαι. "Αν δεν βρέξεις πόδια, ψάρια δεν τρως", λέει μια θυμόσοφη παροιμία. Αν δεν συμμετέχεις και συστηματικά αποποιήσαι την ευθύνη, κοινωνικός και πολιτικός άνθρωπος δεν θεωρήσαι. Οπότε μένουν δύο αριστοτέλειες επιλογές.. είσαι ζώο ή θεός;