Loading...

Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2012

Της κουζίνας η αγκαλιά




Στη θαλπωρή μιας κουζίνας βρίσκω πάντα τον εαυτό μου και πάντα οι μυρωδιές ξυπνούν μέσα από τις αισθήσεις τις μνήμες μου.
Οι κουζίνες των γιαγιάδων μου στην παιδική ηλικία, ο εαυτός μου σε μία καρέκλα να παρακολουθεί το ρυθμικό πήγαινε- έλα της δημιουργίας. Μουσικά όργανα τα μαγικά ανοίγματα- του ντουλαπιού το τρίξιμο, του ψυγείου η μουρμούρα, του συρταριού το κουδούνισμα από τα μαχαιροπίρουνα, τα κρουστά καπάκια από τις κατσαρόλες και οι κούφιοι ήχοι από πώματα. Ενορχηστρωτές τα μαγειρικά χέρια, που κράδαιναν απειλητικά κουτάλες, κάρφωναν αποφασιστικά πιρούνια, πριόνιζαν χωρίς οίκτο, τσιμπούσαν αλάτια και πιπέρια, έστυβαν, ξεφλούδιζαν, ανακάτευαν, μέχρι που η πολλή δημιουργικότητα τα έκανε διάφανα. Και μετά αργά, αλλά σταθερά, με ευλάβεια σχεδόν, σέρβιραν τους συνδαιτημόνες σαν να παρουσίαζαν το νέο τους έργο σε κοινό αδηφάγο και με τις αργές τους κινήσεις κέντριζαν το ενδιαφέρον, εξήπταν την περιέργεια, πυροδοτούσαν τη λαιμαργία.
Όχι, δεν είναι καθόλου υπερβολή. τα χέρια που μας ταΐζουν δεν κρατούν μόνο την υγεία μας, κρατούν τις ίδιες μας τις αναμνήσεις. Πολλές φορές όταν μεγαλώνουμε, δεν ανακαλούμε άλλοτε με ευχαρίστηση κι άλλοτε όχι την ανάμνηση μιας γεύσης και μας μυρωδιάς παιδικότητας; Και είναι ακριβώς εκείνος ο πειραματισμός με τις γεύσεις, που μας ωριμάζει. Το πόσο δεκτικοί είμαστε σε νέες γεύσεις υποδηλώνει για το χαρακτήρα μας πόσο θαρραλέος, ριψοκίνδυνος ή δειλός, ανώριμος και παράξενος θα γίνει.
Λένε πως οι άνθρωποι που τρώνε πολλά γλυκά αρνούνται να μεγαλώσουν. Ανακαλούν συνεχώς τις γλυκές γεύσεις της παιδικής ηλικίας για να πειστούν ότι δεν τους εγκατέλειψε.  Οι άνθρωποι που είναι πρόθυμοι να δοκιμάσουν, από την άλλη, γίνονται πιο ώριμοι κι έχουν μεγαλύτερο θάρρος. 
Συμβαίνει, βέβαια, εκείνοι που αγαπούν τα γλυκά να είναι γενικά λάτρεις των γεύσεων κι αυτό, κατά τη γνώμη μου, τους κάνει πιο ενδιαφέροντες, γιατί είναι ένα χαρούμενο κράμα παιδικότητας ώριμης, αν μπορούμε να την ονομάσουμε έτσι. Δεν είναι σοβαροφανείς, αλλά ευαίσθητα θαρραλέοι. Εξερευνούν τη ζωή όπως τα παιδιά, με αφέλεια και αθωότητα, ακόμα κι αν καμιά φορά φοβούνται το άγνωστο σκοτάδι.
Οι κουζίνες είναι τόσο ίδιες στη διαφορετικότητά τους, κάνουν το χρόνο να διαστέλλεται. Καθώς κάθομαι στην καρέκλα της δικής μου κουζίνας μπορώ, αν κλείσω τα μάτια, ακούγοντας το ρυθμικό χτύπο του ρολογιού στον τοίχο, να οδηγηθώ σε μια άλλη κουζίνα, που κι εκεί ακουγόταν το ρυθμικό τικ- τακ του ρολογιού πάνω στο τραπέζι, και να μαι πάλι 5- 10- 15 χρονών, να είναι καλοκαίρι, να μυρίζει τριμμένη ρίγανη, φρέσκια ντομάτα και να είμαι ανέμελη, ήρεμη, να ακούω το ρυθμικό τικ τακ του ρολογιού και να το μπερδεύω με τους χτύπους της καρδιάς μου. Τικ- η κουζίνα μου στην Αθήνα, τακ- η κουζίνα της γιαγιάς στο χωριό, τικ- 32 χρονών, τακ- 12, τικ- μυρωδιά ρίγανης,  τακ- μυρωδιά ρίγανης... εεε.. τι γίνεται εδώ; πόσα κομμάτια παρελθόντος μπορεί να χωρέσει ένα παρόν;
Όλες οι κουζίνες που κάθισα περιμένοντας κάτι, μια κούπα γάλα με ψωμί, ένα πιάτο φαγητό, ένα γλυκό να ψηθεί, ένα γλυκό λόγο να ακουστεί, σχημάτισαν όλα- σταγόνες, ψίχουλα, ψίθυροι- το αόριστο "εγώ" μου, του έδωσαν σχήμα, πνοή, υπόσταση, άρωμα και γεύση. Άλλος θα πει γλυκιά, άλλος ξινή, μα πάλι εγώ θα είμαι μια δοκιμή για κάποιον άλλο, που θα τον φέρει όχι πιο κοντά σε μένα αλλά στον εαυτό του τον ίδιο, αφού το ότι δέχτηκε να με δοκιμάσει, να με γευτεί, τον όπλισε με κουράγιο, θάρρος, αυτοπεποίθηση, όπως γεμίζει το παιδί που για πρώτη φορά μετά το γάλα- την τροφή της ζωής- δοκίμασε μια άλλη γεύση, μια ξεχωριστή υφή, δοκίμασε μια νέα εντύπωση.
Αυτό είμαστε τελικά ο ένας για τον άλλο, τροφή ζωής και δύναμης, περιπετειώδεις και ονειροπόλες γεύσεις, πιπεράτες δαγκωματιές και ξινούτσικες εντυπώσεις, σιροπιαστές αναπολήσεις και πικρές μεταμέλειες...

Κυριακή, 5 Αυγούστου 2012

Προσπαθώντας να δούμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη του άλλου...


Η κριτική, όπως η βροχή, πρέπει να είναι αρκετά ευγενική για να βοηθήσει την ανάπτυξη ενός ανθρώπου, και όχι να καταστρέψει τις ρίζες του.
Frank A. Clark, 1915-2003, Αμερικανός πολιτικός

Ένα φιλικό χέρι μου τράβηξε το αυτί, να `ναι καλά... Μπορεί η πρόθεσή του να μην ήταν καν αυτή, αλλά μάλλον ήταν η ώρα για μία εσωτερική αφύπνιση. Τελευταία, έχω αρχίσει να ξαναγίνομαι απόλυτη με τους ανθρώπους, κυρίως με αυτούς που δεν γνωρίζω. Ξανάρχισα  ασυνείδητα να γίνομαι επικριτική και να βάζω ταμπέλες, ενώ έχω αποφασίσει από καιρό ότι αυτό δεν μου ταιριάζει, γιατί κι εγώ μπορεί κάποτε να γίνω το αντικείμενο μιας τέτοιας συμπεριφοράς. Δεν μου αρέσει να βάζω ταμπέλες στους ανθρώπους, γιατί δεν είμαι ένα ανώτερο ον, δεν μπορώ να ξέρω πώς ζουν ή γιατί κάνουν ό,τι κάνουν και πρέπει πάντα να λαμβάνω υπόψη μου ότι η ερμηνεία που δίνω στις ενέργειες και στα λόγια τους μπορεί να είναι εντελώς υποθετική και λανθασμένη. Κι επειδή το μόνο που μπορώ να κάνω είναι υποθέσεις, οι οποίες δεν είναι αναγκαστικά η πραγματικότητα, κι αυτό  υποτίθεται ότι το έχω ενστερνιστεί, μπορώ μόνο να αποφασίζω ότι όσον αφορά τη δική μου αντίληψη, οι πράξεις ή τα λόγια των άλλων δεν μου είναι κάποτε αρεστά και μέχρι εκεί. 
Τι με κάνει να αναδιπλώνομαι ξαφνικά σε μια συμπεριφορά παρωχημένη κι εφηβική; 
Νομίζω ότι σε μεγάλο βαθμό έχει να κάνει με το γεγονός ότι από καιρό έχουμε παραιτηθεί της ιδιωτικότητάς μας εκούσια, αλλά δεν είμαστε έτοιμοι να δεχτούμε τις συνέπειες μιας τέτοιας εγκατάλειψης. Η ιδιωτική μας σφαίρα είναι χώρος ζωτικός, γιατί μέσα σ` αυτόν ζούμε κι αναπνέουμε, για να αναδυθούμε έπειτα ως κοινωνικά όντα. Είναι μία μήτρα, την οποία δεν μπορούμε να μοιραστούμε με πολλούς, γιατί μας θρέφει.  Ο διαχωρισμός μεταξύ ιδιωτικής και δημόσιας ζωής είναι μία ανθρώπινη επιλογή που διακρίνει το είδος μας και κανείς δεν μπόρεσε να το αμφισβητήσει  ή νσ το μεταβάλλει ιστορικά. Ο άνθρωπος, πριν μάθει να διαχειρίζεται τα ζητήματα της πόλης του έπρεπε πρώτα να μάθει να ιδιωτεύει με γνώμονα την αρετή. " Τα εν οίκω μη εν δήμω", έλεγαν οι πρόγονοί μας, όχι για να καλύψουν σεμνότυφα την προσωπική τους ζωή ή να κρύψουν τις ανήθικες πράξεις τους- ίσως βέβαια κάποτε και γι` αυτό-, αλλά για να δείξουν ίσως τη μεγάλη σημασία που έχει η ιδιωτικότητα για την ανάπτυξη του ανθρώπου. Αν βάλεις δύο φυτά στην ίδια γλάστρα είναι πολύ πιθανό το ένα να αναπτυχθεί σε βάρος του άλλου ή να καταστραφούν και τα δύο. 
Σήμερα, λοιπόν, που ο κόσμος της διαδικτύωσης έρχεται ανάξια να αντικαταστήσει τη διαπροσωπική επαφή, αφού λειτουργεί υποκατάστατα στις αισθήσεις που ορίζουν την πραγματικότητα, -εφόσον οι διαδικτυακοί μας "φίλοι"δεν έχουν γεύση, οσμή, απτική, ακουστική και βλεμματική επαφή- παρά είναι εικονίδια που υπογραμμίζονται από βιαστικές λεζάντες- δεν μιλώ φυσικά για εκείνους που γνωρίζουμε ήδη, αλλά για όσους γνωρίσαμε μέσα από τη διαδικτυακή πραγματικότητα, όποια μπορεί κανείς να θεωρήσει ότι είναι αυτή- όταν αποδεχόμαστε ένα αίτημα φιλίας, επιτρέπουμε στην ουσία σε ένα άτομο να ενταχθεί στη μικρή ιδιωτική διαδικτυακή μας σφαίρα, να μπορεί να βλέπει και να σχολιάζει και να κρίνει όσα αποφασίζουμε να "μοιραστούμε" διαδικτυακά. Έτσι, αυτομάτως, όπως θα γινόταν με μία οποιαδήποτε άλλη πραγματική μας γνωριμία, δίνουμε το δικαίωμα της κριτικής ή της παρέμβασης σε όσα γράφονται ή ακόμα και τη δυνατότητα της εισβολής στον ιδιωτικό μας χώρο, όπως έχουμε την ψευδαίσθηση να τον φανταζόμαστε. Για παράδειγμα, στο facebook. Κάποτε κάποιος που γνωρίζουμε και μας γνωρίζει ελάχιστα ή και καθόλου μπορεί να κάνει κάποια ανάρτηση ή σχόλιο που να μας κάνει να αισθανθούμε άβολα, να αισθανθούμε ντροπιασμένοι ή και να θυμώσουμε ακόμα, θεωρώντας τον κατά τα άλλα φίλο μας αδιάκριτο ή θρασύ που τόλμησε να μας φέρει σε δύσκολη θέση μπροστά σε άλλους διαδικτυακούς φίλους περισσότερο ή λιγότερο γνωστούς. Τότε συνηθίζουμε να λέμε ότι μπήκε στο δικό μας "τοίχο" και μας προσέβαλε, έχοντας την ψευδαίσθηση μάλλον ότι πρόκειται για την ιδιωτική μας σφαίρα σαν να πρόκειται για το ίδιο μας το σπίτι ή τον ίδιο μας τον εαυτό. Αλλά δεν είναι έτσι και δεν είναι μόνο αυτό... Δεν μπορούμε να περιφρουρήσουμε την ιδιωτικότητά μας στο διαδίκτυο, γιατί φυσικά δεν είναι αυτός ο ρόλος του, αλλά μάλλον ο αντίθετος. Μπαίνουμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να εκτεθούμε και να νιώσουμε αποδεκτοί από ένα μεγαλύτερο σύνολο, από αυτό του άμεσου κοινωνικού μας περίγυρου και συχνά τρέφουμε τη ματαιοδοξία μας μέσα σε αυτό και από αυτό. Παρ` όλα αυτά, κάποιους τους θεωρούμε εισβολείς.. πόσο όμως είναι δίκαιος ένας τέτοιος χαρακτηρισμός;
Ο εκάστοτε"εισβολέας" του διαδικτυακού μας κόσμου μας είναι  συνήθως ένας άγνωστος, με τον οποίο μας " δένουν" ίσως κάποια κοινά ενδιαφέροντα, αλλά στην ουσία δεν γνωρίζουμε τίποτα άλλο γι` αυτόν ούτε κι αυτός για μας. Κι ενώ δεν τον γνωρίζουμε έχουμε την απαίτηση να φερθεί "όπως πρέπει", ένα απροσδιόριστο "πρέπει" όσο απροσδιόριστες είναι και οι διαδικτυακές μας σχέσεις. Κι όταν δεν ανταποκρίνεται στο ρόλο που εμείς περιμένουμε να υποδυθεί, ενώ ο ίδιος δεν το γνωρίζει καν, επικρίνουμε τη στάση του και του τοποθετούμε μια ταμπέλα ότι είναι αυτό, εκείνο ή το άλλο... Δεν έχουμε κάνει προσπάθεια να τον γνωρίσουμε, γιατί αυτό προϋποθέτει χρόνο και κόπο. Επομένως, το να καταλογογραφούμε και να τοποθετούμε τους άγνωστούς μας "φίλους" σε λίστες απρόσωπες, σαν τη λίστα με τα ψώνια, είναι η πιο ασφαλής επιλογή.  Κι επειδή αισθανόμαστε ευάλωτοι, πολλές φορές κάνουμε επίθεση, για να προλάβουμε την τυχόν σύγκριση μ` αυτόν τον παρία του διαδικτυακού μας περιβάλλοντος: "Δεν είναι σαν και μένα, μη με παρεξηγείται..." 
Το φαινόμενο αυτό σκιαγραφεί την εποχή αυτή της βιασύνης και της απογοήτευσης από τον εαυτό μας κι από τους άλλους,  κι επεκτείνεται και στην καθημερινότητά μας, αλλά βιώνεται πιο συχνά μέσα στο διαδίκτυο, όπου κάποτε διατυπώνονται κρίσεις για ανθρώπους που δεν γνωρίζουμε σαν να τους γνωρίζαμε από πάντα, με την ψευδαίσθηση που δημιουργεί ενδεχομένως η καθημερινή συνάντηση μέσα από "likes" και "comments". Είναι γεγονός, λοιπόν, ότι θα πρέπει κάποια πράγματα να επαναπροσδιοριστούν για το είδος των σχέσεων που αναπτύσσονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τις προσδοκίες που όλοι τρέφουμε από αυτά. Αν δεν έχουμε χρόνο να αξιολογούμε πρόσωπα και καταστάσεις, τότε ίσως θα πρέπει να γίνουμε λίγο πιο εσωστρεφείς και συγκρατημένοι, για να μην πληγώνουμε και προσβάλλουμε άδικα ο ένας τον άλλο, διαφορετικά δεν έχει κανένα νόημα να ανταγωνίζεσαι στους αριθμούς δημοσιότητας, όπως κάποτε διαγωνιζόσουν με τους φίλους σου για το ποιος έχει φάει τα περισσότερα παγωτά το καλοκαίρι. Δεν μπορούμε να καταναλώνουμε τους ανθρώπους, σαν να μας ανήκουν και να τους αποβάλλουμε όταν μας βαραίνουν, επειδή υπήρξαμε λαίμαργοι...
Κάθε άνθρωπος, όπως και κάθε τόπος, είναι ωραίος, γιατί έχει κάτι να μας δώσει, που κανείς άλλος δεν το έχει. Και είναι κακό το να περιμένεις από έναν άνθρωπο να σου δώσει κάτι που δεν μπορεί ή δεν έχει, όπως το να περιμένεις να δεις έναν τόπο όπως εσύ τον θες κι όχι όπως είναι. 
Όπως πάντα, είναι σκέψεις που αποσκοπούν στον αυτοπροσδιορισμό και τίποτα παραπάνω... Ένιωσα απλώς την ανάγκη να το αποτυπώσω, για να θυμίσω στον εαυτό μου ότι για κανένα λόγο δεν δικαιούται να επικρίνει τους άλλους, ακόμα κι αν κάποιοι το κάνουν σε μένα. Η ουσία είναι σ` αυτό να διαφέρεις κι όχι να μοιάζεις. 
Α! και σ` ευχαριστώ που με έβαλες σε σκέψεις, ακόμα κι αν δεν έχεις ιδέα γι` αυτό...