Loading...

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2012

Ο δαίμονας του εγωισμού

Ο κόσμος μπούχτισε από τη φτηνή συναλλαγή. Υλική συναλλαγή, ως επί το πλείστον. Γι` αυτό το πολυτιμότερο το κρατάει για τον εαυτό του, τα συναισθήματά του. Αυτά τα κρατάει σαν λάφυρα πολέμου, δώρα ανδρείας που αντέχει την καθημερινότητα. Δεν είναι τα συναισθήματα για αλισβερίσι. Ας είμαστε αυτάρκεις καλού κακού. Από το να πληγώνουμε και να πληγωνόμαστε, καλύτερα η ουδέτερη ναρκισσιστική αυτάρκεια. Γι` αυτό στην ουσία είμαστε άνθρωποι μισοί. Και από τη θηριοποίηση μας χωρίζει ένας τόνος. Ή μας ενώνει.

Και τα δώρα των άλλων σε συναίσθημα, δούρειοι ίπποι φαντάζουν μιας επικείμενης εσωτερικής άλωσης. "Αχίλλειος πτέρνα" η ευαισθησία στο απόρθητο οικοδόμημα του εγωισμού. Ψάχνουν η φιλία, η αγάπη, ο έρωτας, η συγκίνηση Κερκόπορτα να επιτεθούν, σαν ξενομπάτες. Θυσία γίνονται στο βωμό της καχυποψίας, φτάνει η κνίσα μέχρι την ψυχή, αλλά το σφαχτάρι σαπίζει αφάγωτο. Ξενιστή γύρευαν να πολλαπλασιαστούν και ψάχνουμε το αντί- δοτο. Γι` αυτό λέγεται αντίδοτο, γιατί το αντιγυρίζεις, σα ρούχο που δεν ταίριαξε στο σώμα. 
Καθώς κοιτάζω την πόλη από ψηλά με τα μάτια ενός κουρασμένου παντεπόπτη, σκέφτομαι πως εκεί κάτω υπάρχουν τόσες χιλιάδες φορτία για όλων των τάσεων τις ενώσεις. Και τόσο κοντά τα ανθρώπινα πηνία, που σκέφτεσαι "πόσο μικρός είναι ο κόσμος, αν ενωθεί θα φωτίσει το σύμπαν". Όταν ζουμάρεις, παρατηρείς αυτή τη διαφορετικότητα που συνθέτει το πολύβουο παζλ της πόλης. Κάθε άνθρωπος μία ψηφίδα, ένα μικρό σύμπαν μέσα στο μεγάλο. Όσα δεν μπορείς να δεις, τα μαντεύεις. Πόσο σου μοιάζει; Ξυπνάει αγχωμένος, πίνει βιαστικό καφέ, κοιτάζει μηχανικά έξω από το παράθυρο την κίνηση στο δρόμο και μουρμουρίζει ακατάληπτες κατάρες ψάχνοντας τα κλειδιά, ανασκουμπώνει το πανωφόρι, όπως άλλοτε ο πολεμιστής την πανοπλία. Παίρνει μαζί τις άμυνες κι αφήνει πίσω την καρδιά και ό, τι άλλο μπορεί να τον κάνει τρωτό στη μάχη με τους άλλους, Είναι σκληρός, αποφασισμένος- τάν ή επί τάς, ανάθεμα κι αν θυμάται τι θα πει αυτό, αλλά τον εμψυχώνει όπως και να `χει- και ξεκινάει για τα χαρακώματα της εβδομάδας. Πρέπει να κερδίσει την οικονομική μάχη της υλικής καταξίωσης για να τη μοιραστεί με... με; 
Με όποιους επέζησαν από την ίδια αυτή μάχη. Αυτούς που αποκαλεί ακόμα φίλους του.  
Φίλοι, είπε; ε, όχι δα! Γνώριμοι, οικείοι. Και ξέρεις ε; εξ οικείων τα βέλη. Ο Καθένας για την πάρτη του, λέμε.  Ο θάνατός σου η ζωή μου, λέμε, τι δεν καταλαβαίνεις;
Και η καρδιά μπαλσαμωμένη πάνω στον πάγκο της κουζίνας, πλάι στα μαχαίρια...
Και μπαίνει το βράδυ στο "σπίτι", αυτά τα ντουβάρια που τον περιτοιχίζουν- ή τα στοιχειώνει- και μετράει πληγές "που μου είπαν", "που μου έκαναν", "που έπαθα", "ο μπήξε, ο δείξε", αλλά ποιος να σε ακούσει. Το φίλο που σε κάλεσε προχθές τον απέφυγες, ήσουν κουρασμένος, είχες άλλα να σκεφτείς. Σε ρώτησε αν είσαι καλά, βρήκε το χρόνο, τη διάθεση και το ενδιαφέρον.
"Καλά είμαι, μωρέ! σ` αφήνω τώρα, θα τα πούμε άλλη ώρα..."
Αυτός τι έκανε; να ήταν άραγε καλά; ποιος ξέρει. 
"Αν δεν ήταν καλά, θα μου το έλεγε", δίνεις άλλοθι στον εαυτό σου. 
Όχι, ρε φίλε! αυτή ήταν δική σου ατάκα, εσύ είχες σειρά να πεις"εσύ πώς πας;". Δεν είναι μονόπρακτο το έργο κι` ο φίλος δεν είναι υποβολέας, είναι συμπρωταγωνιστής, σ υ μ π ρ ω τ α γ ω ν ι σ τ ή ς!  να στο κάνω πιο λιανά ή το έπιασες; Για να σε δω πώς πιάνεις τώρα το τηλέφωνο, να πεις τον πόνο σου, Ταρτούφε... Είσαι όμως τυχερός, γιατί αυτός θα είναι και πάλι εκεί και κατά βάθος το ξέρεις, κι ας μην το αξίζεις.. 
Όλα σου φταίνε... ο γείτονας, ο συνεργάτης, η πόλη, το κράτος, η  χώρα. Πού να στραφείς και ποιος  να σε καταλάβει; Το βιβλίο είναι ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου, λένε, αλλά δεν σου βρίσκεται κανένα πρόχειρο. Και ο σκύλος και η γάτα, αλλά αφήνουν τρίχες και το χαλί το αγόρασες πανάκριβα. Και η οικογένεια, αλλά τσακώθηκες μαζί τους για τα κληρονομικά. 
Αγριεύεσαι, αγριεύεις. Ντύνεσαι βιαστικά, βάζεις μαύρο μπουφάν, μαύρη καρδιά, κουκούλα, γάντια και βγαίνεις. Πας να διαμαρτυρηθείς. Ζωή είναι αυτή; Μας ψεκάζουν αναισθησία...