Loading...

Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

θαλάσσιες ρωγμές


Το `πιασε στο χέρι του και το περιεργάστηκε. Ήταν ένα μικρό σπειροειδές κοχύλι, τραχύ από τις επικαθήσεις του αλατιού, ενώ κάτω από τις καφετιές του πιτσιλιές -έμοιαζε να έχει περιζωστεί ένα πιτσιλωτό μαντήλι- ιρίδιζε το φίλντισι. Ποιος ξέρει από ποια παραλία το είχε περιμαζέψει, ανάμεσα από ποια βότσαλα το οξύ βλέμμα του μανιώδη συλλέκτη κοχυλιών το είχε ξεχωρίσει σε μία ώρα άσκοπης περιπλάνησης, σε κάποιο από εκείνα τα ατέλειωτα δειλινά της μοναξιάς ή ανάμεσα σε ποια μαύρα φύκια που ξέβραζε η θάλασσα στους μεγάλους της θυμούς μπλεγμένο, όπως το ψάρι στα δίχτυα. 
Τι είδους ήταν; ιδέα δεν είχε. Μα πιο πολύ τον γοήτευαν οι σπείρες του και η κωνική του κορυφή, σαν την πέτρα που σφήνωνε τους θόλους των μυκηναϊκών τάφων, για να μην καταρρεύσουν πάνω από στις χρυσοποίκιλτες σαρκοφάγους. Πολύ εσωστρεφές κοχύλι, όχι σαν το ορθάνοιχτο κυδώνι ούτε σαν το κομψευάμενο χτένι. Μυστηριώδες και αυτάρκες. 
Κάποτε εκεί μέσα υπήρχε ένας ένοικος. Δεν είναι τα κοχύλια αυτό που πιστεύουν οι άνθρωποι, μικρά άψυχα αγάλματα της φύσης, είναι ζωντανοί οργανισμοί, ολόκληροι οίκοι που επιστρατεύουν τις ηρωικές τους δυνάμεις, για να παλέψουν με τις αντιξοότητες της θάλασσας. Είναι ζωές που φορούν το σκάφανδρό τους και καταδύονται με τόλμη εκεί όπου άλλοι οργανισμοί ασφυκτιούν. -Ναι, μην τα βλέπεις ναυαγισμένα ανάμεσα στα βότσαλα της ακτής, έχουν δώσει ηρωικές ναυμαχίες. 
Κάποια είναι πολύ περήφανα για τις ικανότητές τους, έτσι στιλπνά και ιριδίζοντα, και μιλούν για την εποχή που υπήρξαν σπουδαία και τρανά, ανοίγοντας διάπλατα τα διπλόστομα κελύφη τους. Μερικά βρέθηκαν μάλιστα να στολίζουν μεγαλόσχημα ναυάγια από αυτά που καταδύονται και φωτογραφίζουν οι τουρίστες. Άλλα συντρόφευαν βράχια κοφτερά και γλιστερά, ένα γίνονταν μ` αυτά, σαν μπαλώματα στις εσοχές τους, μα κάποια μέρα ένα μαχαίρι δίκοπο τα ξεκόλλησε με μανία και ρούφηξε από μέσα τους τη ζωή. Θυμούνται ακόμη με τρόμο τη στιγμή που η κοφτερή και παγωμένη λάμα ζητούσε με βία να κόψει τον ομφάλιο λώρο που τα κρατούσε ενωμένα, τα κοχύλια με το βράχο, και μετά πετούσε  τα αδειανά κελύφη στην παρακείμενη παραλία, για να τα βρει κάποιο παιδάκι και να τα μαζέψει στο κουβαδάκι του ή ένας μανιώδης συλλέκτης να τα κορφολογήσει ανάμεσα από τα βότσαλα και τα φύκια ή μια χήρα γριά καπετάνισσα, που ερχόταν κάθε απόγευμα και μάζευε σε ένα καλαθάκι όλων των λογιών τα κοχύλια για να πλέξει γιορντάνια για τους λαιμούς των κοριτσιών- τι όμορφα που έδειχναν στους μαυρισμένους τους λαιμούς, ένα τόσο δα καλοκαίρι τρυπημένο σε μια ακρούλα, περασμένο σε διάφανη πετονιά κι έναν κόμπο που το συγκρατούσε σε μια ορισμένη θέση. Και στα καπέλα τα έραβε, σε τσάντες και παντόφλες, τα έκανε σκουλαρίκια ή διακοσμητικά σε κορνίζες που μοστράρουν ένα αλησμόνητο καλοκαιρινό στιγμιότυπο. 
Κάποτε αυτός ο μανιώδης συλλέκτης βρέθηκε σε ένα κοιμητήρι κοχυλιών...
-Μα, μη χειρότερα, υπάρχει τέτοιο πράγμα; 
Και βέβαια υπήρχε, όλα κάποτε πεθαίνουν. Ήταν μια παραλία στρωμένη με κοχύλια ολόκληρα αδειανά ή σπαραγμένα από την αρμύρα ή κονιορτοποιημένα. "Απαγορεύεται η συλλογή κοχυλιών" προειδοποιούσε η ταμπέλα. Μα ποιος θέλει να συλλέγει απομεινάρια από εξοστρακισμένα θαλάσσια όντα; Ένας θαλασσιοδίφης, ας πούμε, ή ένας μανιώδης συλλέκτης ή ένα παιδί με το κουβαδάκι του, για να στολίσει με αυτά τα κάστρα που χτίζει στην άμμο, να τα βάλει να διαφεντεύουν στις επάλξεις, ή μια γριά χήρα καπετάνισσα για να φτιάξει γιορντάνια. Αυτοί οι ξωμάχοι της θάλασσας, που τα κύματα κήδεψαν στην ακτή, έχουν ακόμα κάτι να προσφέρουν. 
Περπάτησε αργά στη ράχη του νησιού, για να ποδοπατήσει όσο το δυνατόν λιγότερα μνημεία, άλλοι όμως δεν είχα την ίδια ευαισθησία με εκείνον, που με τα τροχοφόρα τους άλωναν την νεκρική ησυχία της παραλίας. Μπήκε τότε στον πειρασμό να σκύψει να μαζέψει κάμποσα, να ικανοποιήσει το μεράκι του συλλέκτη, αλλά η ένοχη συνείδηση τον εμπόδισε "ας μείνουν για όλους" σκέφτηκε. Υπήρχαν πολλά άλλα τέτοια κοιμητήρια που η τυμβωρυχία επιτρεπόταν ή μάλλον δεν απαγορευόταν, ας είναι...
Μα αυτό το κοχύλι πολύ τον παιδεύει απόψε έτσι περίκλειστο και σιωπηλό. Όσο κι αν το στρίβει και το ανακρίνει κάτω από το δυνατό φως της λάμπας, εκείνο δεν ομολογεί. Δεν είναι στρείδι. Εκείνο έχει το όνομα, αλλά ετούτος εδώ ο κοχλίας έχει όλη τη χάρη. Δεν είναι τρίτωνας, να τον φυσήξει, να στείλει ένα μήνυμα ούτε μύδι να τον κάνει πλούσιο με τις πέρλες του ούτε πορφύρα να βάψει κόκκινο ένα μαντήλι ούτε καν ένας ναυτίλος να τον βάλει στο αυτί του να ακούσει τη θάλασσα. Είναι βαρύ και γέρνει στο πλάι, σαν γυναίκα που τη βάρυναν τα χρόνια και τα ασήκωτα φορτία που επωμίστηκε και ο λαιμός της κόντυνε καθώς έχανε την περηφάνια της νεότητας και τώρα τον κρύβει με ένα πιτσιλωτό φουλάρι. Ή μήπως είναι ένας φάρος; τέτοιο κοχλιωτό σχήμα έχουν οι κλίμακες των φάρων, για να ανεβαίνει ο φαροφύλακας να ανάψει το σινιάλο για τα πλοία και μια μέρα τον ξέχασε αναμμένο, όπως ξεχνάμε αναμμένο το κερί στο κηροπήγιο στο τέλος της γιορτής κι εκείνο λιώνει αργά κι απλώνεται δημιουργώντας σταλαγμίτες στο ασημένιο κηροπήγιο και το μαρμάρινο γείσο του τζακιού. Άπλωσαν τα θεμέλιά του κι έγιναν ένα με το χώμα. 
Μα εκείνο τσιμουδιά. 
-Το ξέρεις πώς τα σχέδια που κάνουν τα κοχύλια τόσο όμορφα είναι επουλώσεις τραυμάτων; όταν το όστρακο σπάσει κάπου ο ένοικός του το επισκευάζει στοργικά, όπως καλαφατίζει ο ψαράς τη βάρκα του. Αν το παρατηρήσεις προσεκτικά, θα δεις πόσα ρήγματα έχουν επουλωθεί πάνω σ` αυτό το σκαρί. Χτυπά, πληγώνεται, επουλώνει, χτυπά, πληγώνεται επουλώνει κι αυτά που με τόσο θαυμασμό κοιτάς είναι τα εύσημα από τις μάχες. Αλλά και τι αυτάρκεια, ένας τόσος δα κοχλίας υπήρξε στην πραγματικότητα ένα απόρθητο πυργόσπιτο! Κι αν το λαβώνεις για μια ακόμα φορά, τρυπώντας το με την καυτή βελόνα, για να περάσεις μια πετονιά στο κουφάρι του- πρόσεξε, θα τρυπηθείς!-  και να στολίσεις μετά τον φιλντισένιο λαιμό σου, εκείνο αν ζούσε θα το `χτιζε ξανά με ζήλο, περιποιούμενο το μέσα και το έξω του. Μα είναι να το ζηλεύει κανείς, ιδίως αυτός που παίρνει τις τόσες προφυλάξεις να μην πληγώσει και να μην πληγωθεί, έτσι να μοιάζει ατσαλάκωτος και ιδεώδης, σαν κυκλαδίτικο εδώλιο, που οι αιώνες έσβησαν την όψη του για να καθρεφτίζουμε πάνω τους τη μοναξιά μας. Το υλικό για τη νίκη το κρύβουμε μέσα μας, αρκεί να μπορούμε να βρίσκουμε την πληγωμένη πτέρνα μας και να την γιατρεύουμε. Κανείς δεν μπορεί να μπει στο στίβο νέας μάχης με ανοιχτές παλιές πληγές κι αυτό το γνωρίζουν τα κοχύλια, που έχουν μετρήσει κύματα και κύματα. Πρόσεξες πόσο γεωμετρικές είναι οι επουλώσεις; η περηφάνια του το κάνει να θέλει να δείχνει το ίδιο άρτιο και συμπαγές, όπως και πριν. Δεν κρύβει το τραύμα, το αναδεικνύει, για να δηλώσει ευθαρσώς τη γενναιότητά του. Εμείς βάζουμε τους επαίνους και τις διακρίσεις μας σε ερμάρια και ντουλάπια, κάποτε μάλιστα τα κοιτάζουμε με δέος αδυνατώντας να πιστέψουμε κι εμείς οι ίδιοι ότι κάποτε τα καταφέραμε καλά και αφορίζουμε το μέλλον μπροστά στο ηρωικό παρελθόν. Άλλοτε πάλι κάνουμε πλαστική για να κρύψουμε τις ουλές, δεν είναι της μόδας, καλύτερα το λείο τίποτε.
Ας είναι.. τούτος εδώ ο κοχλίας δεν το χει σκοπό μιλήσει απόψε, είπε, και τον έκλεισε στο γυάλινο κουτάκι του, χωρίς ταμπέλα επάνω..  

(Περίεργα όντα τα κοχύλια. Αν τα βάλεις στο αυτί σου ποιος ξέρει τι εξομολογήσεις μπορεί να σου αφηγηθούν...)