Loading...

Τρίτη, 17 Μαρτίου 2015

Τα παιδιά - θύματα (?)





Με αφορμή το πρόσφατο περιστατικό με την τραγική κατάληξη του φοιτητη Βαγγέλη Γιακουμάκη στα Γιάννενα, μερικές παρατηρήσεις για προβληματισμό.

Η φράση που ακούγεται όλο και πιο συχνά τα τελευταία χρόνια είναι το bullying, δηλαδή το "πείραγμα", το οποίο παίρνει διάφορες μορφές ανάλογα με το μέσο που χρησιμοποιείται. Έτσι έχουμε τον ψηφιακό εκφοβισμό, το σχολικό εκφοβισμό και γιατί όχι και άλλα είδη εκφοβισμού, που ούτε λίγο είτε πολύ συναντάμε παντού. 
Το ανελέητο πείραγμα, που πολλές φορές μπορεί να πάρει ανεξέλεγκτες και κάποτε δραματικές διαστάσεις για το "θύμα", δεν είναι φυσικά καθόλου καινούριο. Ανέκαθεν, ανάμεσα στις παρέες τις σχολικές, τις "φιλικές", αλλά ακόμα και ενδο- οικογενειακά ή στο στρατό για τα αγόρια, υπήρχε το "εξιλαστήριο θύμα", το "παιδί της σφαλιάρας", στο οποίο εκτόνωναν την... ενεργητικότητά τους και την υπέρμετρη αυτοπεποίθησή τους οι υπόλοιποι της παρέας. 
Ακόμα και ο κινηματογράφος έχει απαθανατίσει τέτοιες στιγμές, που όλοι θεωρούμε κωμικές, όπως για παράδειγμα του "παιδιού της φάπας" (βλ. εικόνα). Κάποιοι από μας ίσως ήταν οι αποδέκτες του πειράγματος και κάποιοι άλλοι τα πειραχτήρια. Πόσο αλήθεια απέχει αυτό από το να θεωρηθεί εκφοβισμός που μπορεί να οδηγήσει στην αυτοχειρία και σε ποιους παράγοντες οφείλεται; Ποιοι είναι οι "ένοχοι" και οι "συνένοχοι" του δράματος;

Τις μέρες αυτές και καθώς το δράμα ξετυλιγόταν σιγά σιγά, τα ΜΜΕ και τα ΜΚΔ (Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης) "κανιβάλισαν" το θέμα, αποδίδοντας αφειδώς ρόλους θυτών και θυμάτων, χωρίς ακόμα να έχει ολοκληρωθεί η έρευνα, χωρίς να έχουν αποδοθεί συγκεκριμένες κατηγορίες, χωρίς να υπάρχουν ονόματα ενόχων, αφού ασφαλώς κανείς δεν μπορεί να θεωρηθεί ένοχος, αν δεν αποδειχθεί πρώτα. Η λαϊκή ετυμηγορία έχει ήδη βγει, επομένως όλα είναι τελεσίδικα.. 
Είναι;

Για να φτάσει ένας άνθρωπος στο σημείο να βάλει τέλος στη ζωή του σημαίνει ότι έχει υπερβεί τα προσωπικά του όρια αντοχής. Ο Βαγγέλης δεν είναι το πρώτο "θύμα" του bullying, που επιλέγει το δρόμο της παραίτησης από ένα φορτίο μιας ζωής ταπείνωσης και αποτυχίας. Μέσα στο μυαλό ενός παιδιού ευαίσθητου η αποτυχία στα μαθήματα, το πείραγμα (που στη συγκεκριμένη περίπτωση φαίνεται ότι άγγιζε τα όρια του βασανισμού) και η ανικανότητα να αντεπεξέλθει σε όλα αυτά είναι "προφανείς" λόγοι,για τους οποίους κάποιος αποφασίζει να βάλει τέρμα στη ζωή του.
Το γεγονός αυτό πήρε μεγάλες δημοσιογραφικές διαστάσεις, αλλά δεν είναι το μόνο. Η Τόνι ήταν μόλις 15 ετών όταν αυτοκτόνησε (http://www.thetoc.gr/diethni/article/nekri-15xroni-thuma-bullying-oi-anthrwpoi-me-misoun), και ο Μάικλ 11 (http://www.patrasevents.gr/article/90219-11xronos-thima-bullying-ekane-apopeira-autoktonias). 

Νομίζω ότι αξίζει να σταθούμε όχι μόνο στο φαινόμενο του bullying, αλλά κυρίως στο ποια παιδιά πέφτουν θύματά του. Παρακολουθώντας την εξέλιξη της ιστορίας, δεν μπόρεσα να μην αναρωτηθώ, γιατί ένα παιδί 20 ετών δεν βρίσκει τρόπο διαφυγής από το αδιέξοδο, γιατί δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του.. Ο περισσότερος κόσμος έψαχνε να βρει ενόχους στον φοιτητικό περίγυρο του παιδιού (τους ηθικούς αυτουργούς της αυτοκτονίας), αλλά αυτή είναι μόνο μία παράμετρος. Σημασία έχει πώς ένα παιδί, όταν ακόμα είναι παιδί, μαθαίνει - ή δεν μαθαίνει- να υπερασπίζεται τον εαυτό του και το δίκαιό του. Ακόμα και τα παιδιά "θύτες", κάτι τέτοιο πιστεύουν ότι κάνουν. Υπερασπίζονται τον εαυτό τους απέναντι στις προσωπικές τους ανασφάλειες, προβάλλοντάς τες σε άλλους.  

Παρατηρώντας τους μαθητές μου, αλλά και αναλογιζόμενη τις προσωπικές μου εμπειρίες και παρατηρήσεις από τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια, δεν μπορώ να παραβλέψω το ρόλο που παίζει η οικογένεια στο μεγάλωμα ενός "θύματος" (ή ενός "θύτη", αντίστοιχα). Έχω ήδη αναφερθεί σε άλλη ανάρτηση στο "Σύνδρομο του Καλού Παιδιού" (ο όρος δικός μου) και στην καταπίεση που προϋποθέτει για να γίνεις ένα τέτοιο. Πρόκειται πραγματικά για μία παθολογική κατάσταση, κατά την οποία το παιδί εγκλωβίζεται στην "πρέπουσα" συμπεριφορά και πασχίζει πάντοτε να αντεπεξέλθει στην καλή εικόνα που έχουν σχηματίσει και οριοθετήσει οι άλλοι γι αυτόν. Κι αν το "κοστούμι πέφτει στενό", το "καλό παιδί" προσπαθεί να περάσει απαρατήρητο, να μην προσέξει κανεις ότι δεν τα καταφέρνει να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των ανθρώπων, των οποίων η γνώμη μετράει περισσότερο, στη συνείδησή του. Συνήθως, τα άτομα αυτά προέρχονται από την οικογένεια και το άμεσο οικογενειακό  και φιλικό περιβάλλον. Το παιδί γίνεται απολογητικό, ενοχικό,  χωρίς αυτοπεποίθηση και στη συνέχεια απομονώνεται και κατηγορεί τον εαυτό του για την ανικανότητά του και το νόημα που έχει να προσπαθεί να αντεπεξέλθει αρχικά κι έπειτα να ζει, αφού είναι ένας αποτυχημένος. Αυτή η συμπεριφορά πολλές φορές δεν ανησυχεί τους γονείς και τον περίγυρο, γιατί "είναι λογικό να μην τα καταφέρνεις, αφού δεν προσπαθείς, γιατί τώρα αισθάνεσαι άσχημα; " ή "εμένα το παιδί μου είναι ντροπαλό και ευαίσθητο" και άλλες τέτοιες παρανοήσεις. 
Όμως είναι άλλο πράγμα να είναι κανείς ταπεινός και τελείως διαφορετικό να νιώθει ταπεινωμένος. Είναι άλλο πράγμα να είσαι ευαίσθητος κοινωνικά και άλλο πράγμα να υποκύπτεις στο φόβο. 

Ένας άλλος παράγοντας που συμβάλλει στην θυματοποίηση των παιδιών είναι η υπερπροστασία τους... σε βαθμό κακουργήματος. Επειδή ο όρος "υπερ- προστασία" μπορεί να ερμηνευτεί ποικιλοτρόπως, εξηγούμαι: Υπερπροστατευτικός γίνεται κάποιος όταν δεν αφήνει το παιδί του να αναλάβει ευθύνες, να πάρει πρωτοβουλίες και να κάνει τα δικά του λάθη (χωρίς ωστόσο να ρισκάρει τη ζωή του). Όσο τα χρόνια περνούν, διαπιστώνω ότι το μέγεθος της προστασίας αυτού του είδους λαμβάνει επικές διαστάσεις. Τα παιδιά μεγαλώνοντας δεν έχουν ιδέα τι γίνεται στον κόσμο, δεν έχουν ιδέα για τα προβλήματα που καραδοκούν- ακόμα και τα δικά τους τα λύνουν οι γονείς τους- και φυσικά αγνοούν πλήρως τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν να επιλύσουν ένα πρόβλημά τους, γιατί "καθαρίζουν" οι γονείς. Ένα απλό παράδειγμα πρόσφατο που έχω είναι μιας μαθήτριάς μου, η οποία ήθελε να πάει στο στίβο να τρέξει και δεν ήξερε τις ώρες λειτουργίας. Όταν της είπα το προφανές, να πάρει, δηλαδή, τηλέφωνο να ρωτήσει μου απάντησε έντρομη "Κυρία, εγώ; Εγώ δεν μπορώ να πάρω.. ντρέπομαι! θα βάλω τον μπαμπά μου να πάρει". Η μαθήτρια αυτή είναι 16 ετών. Περιττό να πω ότι εξοργίστηκα με το μέγεθος της συστολής, η οποία όμως δεν βαραίνει μόνο την ίδια, αλλά την οικογένειά της, που πάντοτε αναλαμβάνει να της δημιουργεί ένα "ασφαλές" περιβάλλον, ώστε το μόνο που θα έχει να κάνει θα είναι να διαβάζει και να καλλωπίζεται.. Το ίδιο αυτό παιδί έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση (παρ` όλο που είναι καλή μαθήτρια, χωρίς να είναι "άριστη", και εμφανίσιμη). Σε άλλη συζήτηση που είχαμε, με αφορμή ένα πρόσφατο περιστατικό μιας έφηβης στην ίδια ηλικία που έμεινε έγκυος, αποκαλύφθηκε ότι- παρ` όλη την πρόσβαση στο διαδίκτυο, παρ` όλο που το σεξ ως θέμα προβάλλεται παντού, τα παιδιά έχουν άγνοια πάνω σε βασικά ζητήματα που το αφορούν. Έτσι, δεν ξέρουν ούτε να προστατευτούν ούτε να προστατέψουν τους άλλους. Δεν ήταν δική μου δουλειά να της εξηγήσω τα μέτρα αντισύλληψης, τις μεταδοτικές ασθένειες και την πρόληψή τους, τον εμβολιασμό για τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας, αλλά το έκανα, αφού το παιδί είχε απόλυτη άγνοια, μάλιστα της ακούγονταν όλα αυτά αποκαλυπτικά, εφόσον οι γονείς της δεν είχαν καν σκεφτεί να της μιλήσουν γι αυτό. Κι όμως, το παιδί αυτό είναι 16 ετών και κατά πάσα πιθανότητα, στο άμεσο μέλλον θα εξέθεται τον εαυτό του σε κίνδυνο, γιατί είτε από άγνοια είτε από συστολή δεν θα ζητούσε από το σύντροφό της να πάρει τα κατάλληλα μέτρα. 
Το παιδί δεν "ειναι μικρό για να ξέρει". Οι γονείς, που πολλά θέματα τα αντιμετωπίζουν ακόμα και σήμερα ως ταμπού  εγκληματούν πάνω στα παιδιά τους τα ίδια. 

Ένα άλλο ατόπημα, ακόμα σοβαρότερο κατά τη γνώμη μου, είναι που δεν διδάσκονται τα παιδιά να λύνουν μόνα τους τις διαφορές τους. Η γονεϊκή παρέμβαση σε έναν καυγά διδάσκει μόνο το ότι "κάποιος άλλος θα μου λύσει το πρόβλημα", επομένως δεν χρειάζεται ούτε να προσπαθήσει να εντοπίσει το δίκιο και το άδικο δεν αναλαμβάνει την ευθύνη όταν φταίει (για κάποιον ακατανόητο λόγο, το δικό μας παιδί δεν φταίει ποτέ) ούτε ξέρει πώς να υπερασπιστεί το δίκιο του. Η "φούστα της μαμάς" δεν μπορεί να προστατέψει από τους κεραυνούς που δέχεται ένα παιδί μεγαλώνοντας. Χρειάζεται καθοδήγηση μεν, αλλά όχι προστασία από την έκθεση. Απόδειξη ότι ο Βαγγέλης, ετών 20, μιλούσε καθημερινά με τη μητέρα του, αλλά αυτό δεν είχε κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα, μάλλον το αντίθετο. 
Ούτε φυσικά πρέπει κανείς να απορρίπτει το παιδί του, όταν δεν τα καταφέρνει να επιλύσει ένα πρόβλημα που το απασχολεί. Πολλά παιδιά διστάζουν να αναφέρουν ένα πρόβλημα από το φόβο μιας απαξιωτικής συμπεριφοράς των γονιών απέναντί του, επειδή δεν τα κατάφερε. Γι αυτό τα παιδιά πολλές φορές δεν μιλάνε. Όταν κάποιος παρατηρεί ένα υπερβολικά ήσυχο παιδί, που ποτέ δεν παραπονιέται για τίποτα, ας μην το παίρνει πάντοτε για καλό. Πρέπει να παροτρύνουμε τα παιδιά να μιλούν για όσα τα απασχολούν, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΤΑ ΚΡΙΝΟΥΜΕ όσο ανόητο κι αν μας φαίνεται αυτό που λένε. Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε πώς είναι να είσαι έφηβος, επειδή "το περάσαμε κι εμείς  και δεν κάναμε έτσι" (ασφαλώς και κάναμε, και ίσως χειρότερα, δεν είναι καθόλου κακό να το παραδεχόμαστε, το αντίθετο μάλιστα, δείχνουμε ότι δεν είμαστε "ατσαλάκωτοι" και ξερόλες, αλλά μάθαμε παθαίνοντας). 
Τα παιδιά χρειάζονται καθοδήγηση, όχι ποδηγέτηση.

Ένας λόγος που οι μαθητές μου μου εμπιστεύονται τα προβλήματά τους είναι γιατί ακριβώς δεν τους κρίνω, τους συμβουλεύω χωρίς να τους διατάζω, δεν απαξιώνω τα προβλήματά τους και όταν καμιά φορά υποπτεύομαι ότι κάτι συμβαίνει, πρώτη μιλάω εγώ, χωρίς να λέω "Πες μου τι έχεις" επιτακτικά, γιατί κατά πάσα πιθανότητα δεν θα μάθω ποτέ, αλλά αναφέροντας κάτι που με απασχολεί σχετικά με ένα θέμα (που κατά πάσα πιθανότητα είναι αυτό που τα απασχολεί τη δεδομένη στιγμή) και ζητάω την άποψή τους πάνω σ αυτό. Έτσι, τα παιδιά αντιλαμβάνονται ότι το πρόβλημά τους δεν είναι μόνο δικό τους αφ` ενός και αφ` ετέρου αποστασιοποιούνται από το δικό τους για να μπορέσουν να το δουν τελικά συνολικότερα και να εντοπίσουν μια συνολική λύση. Επίσης, τσαλακώνω την εικόνα μου, μιλάω για την εφηβεία μου, για όσα πέρασα, για το πώς τα αντιμετώπισα τότε, αλλά και αργότερα στην ενήλικη ζωή, κι έτσι νιώθουν περισσότερη εμπιστοσύνη να ανοιχτούν, παρά αν τους έδινα λύσεις - διαταγές, επειδή έχω πλέον την πείρα να το αντιμετωπίσω. Δρυός πεσούσης πας ανήρ ξυλεύεται... 
Τέλος, παροτρύνω τα παιδιά να κάνουν λάθη, να παραδέχονται την ήττα τους- είναι ένα συναίσθημα απολύτως λυτρωτικό- κι έπειτα να αναζητούν τρόπους βελτίωσης. Ο φόβος της αποτυχίας είναι το καταλυτικός παράγοντας στον τρόπο που βλέπουμε τη ζωή. Όταν ένα παιδί πάρει έναν κακό ή ένα μέτριο βαθμό, όταν αποτύχει σε έναν αγώνα, στο σχολείο, στην ομάδα, στη ζωή, είναι λόγος για να χαρεί στην πραγματικότητα. Λέω συχνά στους μαθητές μου ότι το λάθος μας κάνει να σκεφτόμαστε και το σωστό είναι τάφος. Λάθη δεν κάνει αυτός που δεν προσπαθεί. Τα λάθη μας κάνουν καλύτερους ανθρώπους. Πρέπει όλοι, ως εκπαιδευτικοί, ως άνθρωποι, ως γονείς, να απενοχοποιήσουμε το λάθος. Πρέπει να κάνουμε τους εαυτούς μας πρώτα και μετά τα παιδιά μας να καταλάβουν ότι το σφάλμα είναι λυτρωτικό, γιατί απαντάει σε μια ερώτηση που δεν κάναμε, μας αφυπνίζει. Το σωστό είναι όπιο. 
Κι έτσι φτάνουμε στο δια ταύτα, που είναι να δώσουμε στα παιδιά τα εφόδια να χαράξουν και να σχεδιάσουν τη δική τους ζωή. Προσοχή, όχι τη δική μας, όπως θα θέλαμε να την είχαμε ζήσει, τη δική τους, όπως την ονειρεύονται, με όποια αδιέξοδα μπορεί αυτό να συνεπάγεται. Τα παιδιά αισθάνονται εγκλωβισμένα και πραγματικά δυστυχισμένα, όταν οι γονείς τους χαράζουν το πλάνο της ζωής τους χωρίς τη δική τους συγκατάθεση. Έχω αντιμετωπίσει πολλές φορές παιδιά σε κατάσταση απόλυτου στρες και αποπροσανατολισμού, επειδή άλλο θέλουν να κάνουν κι άλλο "τους υποχρεώνουν οι γονείς τους να κάνουν". Κι εκεί αναρωτιέμαι, φωναχτά συνήθως, "κι εσύ γιατί τους ακούς; αφού δεν είναι αυτό που θες".. και τότε τα παιδιά με κοιτάζουν έκπληκτα γιατί στα 17 τους δεν είχαν σκεφτεί το ενδεχόμενο να είναι αυτόνομα και να παίρνουν αποφάσεις για τον εαυτό τους. Σε μια μαθήτριά μου, που σε κάθε μάθημα έκλαιγε, λίγο πριν δώσει εξετάσεις, όχι τόσο γιατί δεν θα τα κατάφερνε, αλλά γιατί την τρόμαζαν οι προοπτικές του να πέρασει σε μια σχολή που δεν ήθελε, αλλά δεν ήθελε και να απογοητεύσει τους γονείς της ή εμένα (επειδή η σχολή που ήθελε ήταν πιο χαμηλά και νόμιζε ότι θα απογοητευόμουν αν έγραφε χαμηλότερα ή πήγαινε σε χαμηλόβαθμη σχολή) , ευχήθηκα... να αποτύχει στην πρώτη της επιλογή. Το παιδί με κοίταζε με γουρλωμένα μάτια.. "Αφού δεν είναι αυτό που πραγματικά θες, εύχομαι να μην περάσεις" της είπα. Όχι μόνο γι αυτό, αλλά και γιατί φοβόταν την αποτυχία, ό, τι κι αν ήταν αυτό μέσα στο μυαλό της. Της είπα λοιπόν ότι μακάρι να αποτύχει τώρα παρά σε κάτι πιο σημαντικό στη ζωή της. Εν τέλει, η κοπέλα πέρασε στη σχολή που εκείνη ήθελε και ένα εξάμηνο μετά ήρθε να με ευχαριστήσει. "Με σώσατε", μου είπε επί λέξει..

Όλα αυτά για να καταλήξουμε ότι η θυματοποίηση ενός ατόμου ξεκινάει από πολύ νωρίς και είναι πολυπαραγοντική. Ένα παιδί που θα γίνει θύμα bullying, μια γυναίκα που θα πέσει θύμα παρενόχλησης, ένας άντρας που θα τον υποτιμήσουν στη δουλειά του, ένας περαστικός που θα κλέψουν αυτόν ανάμεσα σε δεκάδες άλλους "έχει τη στάση του θύματος", όπως έλεγε μια φίλη μου ψυχολόγος, γιατί εξωτερικεύει το φόβο του και ο "θύτης" ξέρει ότι δεν θα αντισταθεί. Κοινωνία αγγέλων δεν θα γίνουμε ποτέ.. ας θωρακίσουμε τουλάχιστον τον εαυτό μας και τα παιδιά μας.